Η τακτική της αναβολής ως σύνδρομο διπλωματικής φοβίας

Link

Η αντίδραση της Λευκωσίας έναντι των τουρκικών ενεργειών δεν είναι σταθερή. Μέρα παρά μέρα οι δηλώσεις για τον «στόχο» και πως αυτός θα επιτευχθεί αλλάζουν.

Η Λευκωσία ξεκίνησε με πολύ έντονες δηλώσεις και διεκδικήσεις, αλλά δε φαίνεται να είχε κάποιο σχέδιο υπόψη της για τις ακριβείς κινήσεις που θα έκανε.

Η τακτική που ακολουθείται αποκαλύπτει στοιχεία αυτοσχεδιασμού.

Η Λευκωσία γνώριζε, αλλά ταυτόχρονα αιφνιδιάστηκε από τις κινήσεις της Τουρκίας. Αυτό από μόνο του είναι προβληματικό. Φαίνεται να μην υπήρχε σχέδιο, μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντίδρασης με καλοζυγισμένους στόχους, τακτική, εναλλακτικές επιλογές, στόχευση των μέγιστων, των αποδεκτών και των ελάχιστων στόχων, «οργανόγραμμα» συμμάχων, φίλων και εχθρών.

Από τις έντονες δηλώσεις και τις ισχυρές προφορικές απαιτήσεις των πρώτων ημερών, σήμερα το μήνυμα που στέλλει η Λευκωσία και επιθυμεί να δημοσιευτεί (και δημοσιεύεται) είναι ότι «δεν βιάζεται», «μέτρα δε μπορούν να ληφθούν από τη μια μέρα στην άλλη». Αυτή η διαρκής αλλαγή διάθεσης δείχνει ένα πράγμα: Δεν υπήρξε η απαραίτητη προετοιμασία, δεν διερευνήθηκαν οι προθέσεις των εταίρων της Κύπρου στην ΕΕ, δεν υπήρξε προ-συνεννόηση με την Ελλάδα για το είδος και τον τρόπο της αντίδρασης. Η Τουρκία επεκτείνει την στρατιωτική κατοχή στις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου εδώ και μερικά χρόνια. Η κλιμάκωση ήταν αναμενόμενη και οι λεπτομέρειες γνωστές. Η Λευκωσία όμως περιμένει την εκδήλωση των τουρκικών ενεργειών για να αντιδράσει. Γιατί;

Προσπάθειες γίνονται και πρέπει να εκτιμηθούν. Και οι προσπάθειες είναι πολύ καλές. Ο Υπουργός Εξωτερικών και το Διπλωματικό Σώμα της Κύπρου δίνουν το άπαν των δυνάμεων τους. Μέρα παρά μέρα ενημερώνουν, δίνουν μάχη, προσπαθούν να πείσουν. Μάχη όμως πυρόσβεσης. Μάχη αντίδρασης. Μάχη ελέγχου της διαφαινόμενης «ζημιάς» που κάνει η Τουρκία. Μάχη που ενεργοποιείται από διπλωματικά αντανακλαστικά έναντι της Τουρκίας.

Εάν υπήρχε ολοκληρωμένος σχεδιασμός, η Λευκωσία θα έδινε και το ανάλογο επικοινωνιακό βάρος στην Ευρωπαϊκή και τη Διεθνή κοινή γνώμη. Παρόλο που ο δημοκρατικός έλεγχος στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής δεν είναι πάντοτε ισχυρός και διαφέρει από κράτος σε κράτος, το κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών θα έπρεπε να φρόντιζε και γι’ αυτό. Όπως αναφέρθηκε και σε χθεσινό κείμενο, τη Δευτέρα ο κύπριος Υπουργός Εξωτερικών έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Όλη αυτή η αστάθεια, η αναβλητικότητα, η αλλαγή διάθεση, η προσπάθεια διαχείρισης διαφορετικών μηνυμάτων δεν συνάδει μόνο με το γενικότερο ήθος απρονοησίας, αλλά αποκαλύπτει και ένα γνωστό σύνδρομο στη διπλωματία, το σύνδρομο του φόβου της απόρριψης. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει μεγάλη εμπειρία στην απόρριψη θέσεών της, στην άρνηση της διεθνούς κοινότητας να δείξει έμπρακτη στήριξη, μια δεκαπεντάχρονη εμπειρία απογοητεύσεων εντός της ΕΕ. Αυτή η εμπειρία όντως δημιουργεί φόβο. Όμως θα έπρεπε να δημιουργεί ταυτόχρονα και γνώση και θα έπρεπε να ενεργοποιεί και μια διάθεση στρατηγικής σκέψης και δημιουργίας.

Η τραγικότερη συνέπεια αυτού του συνδρόμου διπλωματικής φοβίας δεν αφορά τους επαγγελματίες διπλωμάτες, αλλά τους επαγγελματίες πολιτικούς. Οι δεύτεροι δεν φοβούνται μόνο τους ξένους, φοβούνται περισσότερο την εσωτερική κοινή γνώμη, την οποία θέλουν να κρατούν ικανοποιημένη και να γεμίζουν τα μυαλά της ενίοτε με αέρα και ενίοτε με ηττοπάθεια. Όμως οι επαγγελματίες πολιτικοί δίνουν και τις οδηγίες άσκησης εξωτερικής πολιτικής, καθορίζουν τους στόχους, θέτουν τους περιορισμούς.

Ενόσω η εξωτερική πολιτικής της ηγεσίας, του εκάστοτε Προέδρου ή/και Υπουργού Εξωτερικών, εκπηγάζει από αυτό το σύνδρομο της διπλωματικής φοβίας (ή της αντανάκλασης του ως συνδρόμου του καλού παιδιού), η τακτική της Λευκωσίας θα είναι εγκλωβισμένη σε ένα φαύλο κύκλο αναβλητικότητας, αβεβαιότητας και ηττοπάθειας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.