H ασυλία Προέδρου της Δημοκρατίας

Ανδρέας Σ. Αγγελίδης
η σημερινή

Γιατί η Βουλή δεν θέλησε η ίδια να αναλάβει το καθήκον ή την ευθύνη να απευθυνθεί στο Ανώτατο, για την αναγκαία ερμηνεία του όρου «ατιμωτικό αδίκημα»;

Το Κυπριακό Σύνταγμα καθιέρωσε την αρχή της ασυλίας σε σχέση με ποινικά αδικήματα που κατ’ ισχυρισμόν θεωρούνται ότι τελέστηκαν από βουλευτή ή/και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Έτσι κατά το Άρθρο 45(3) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι δυνατό να διωχθεί ποινικά για «οποιοδήποτε αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας» μόνον, αφού προηγηθεί άδεια περί τούτου από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Η έκταση της έννοιας «ατιμωτικό αδίκημα» είναι ζήτημα που αυθεντική και τελική ερμηνεία μπορεί να δώσει η διακρινόμενη Δικαστική Εξουσία. Ήδη, η Νομολογία μας χειρίστηκε υποθέσεις περί την άρση της βουλευτικής ασυλίας, για σκοπούς ποινικής υπόθεσης. Επήλθαν, μάλιστα, οι συνέπειες που το Σύνταγμα προβλέπει μετά από ποινική καταδίκη βουλευτή από το ποινικό Δικαστήριο, σε σχέση με το αξίωμά του.

Η πρώτη φράση του Άρθρου 45(3) του Συντάγματος δεν προσδιορίζει ποίο είναι το αρμόδιο όργανο, το οποίο μπορεί να ζητήσει την άρση της ασυλίας του Προέδρου της Δημοκρατίας για ποινική δίωξη. Με τη δεύτερη φράση και με όσα διευκρινίζονται ρητά σ’ αυτήν, προκύπτει ότι μετά που θα δοθεί η άδεια άρσης της ασυλίας, «την κατηγορία» την εισάγουν ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου από κοινού ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας. Αφού λοιπόν το Σύνταγμα προσδιορίζει με σαφήνεια ποιο είναι το αρμόδιο όργανο για την κατηγορία, συνάγεται ότι την αίτηση για άρση ασυλίας μπορεί να υποβάλει το οποιοδήποτε πρόσωπο ή όργανο.

Η Βουλή με διάφορους Νόμους, όπως για παράδειγμα στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, υιοθέτησε την ίδια φρασεολογία «ατιμωτικό αδίκημα ή ηθικής αισχρότητας», προέβλεψε όμως ρητή εξουσία στην ΕΔΥ να προωθεί με δική της ενέργεια και να επιβάλλει, μετά την καταδίκη ενός υπαλλήλου από Ποινικό Δικαστήριο, πρόσθετη πειθαρχική ποινή. Ο Νομοθέτης όρισε ρητά ότι η ΕΔΥ οφείλει πρώτα να ζητήσει την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα περί το εάν το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ποινικά ο υπάλληλος ενέχει «έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα», η δε επί τούτου γνωμάτευση είναι δεσμευτική για την ΕΔΥ περί τον χαρακτηρισμό του αδικήματος.

Με δεδομένο τώρα ότι προϋπήρξε πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής που συστάθηκε κατά τον Νόμο για να ερευνήσει ευθύνη και κατέληξε ήδη ότι υπάρχει προσωπική και θεσμική ευθύνη και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα έπρεπε και θα μπορούσε να είχε ήδη υποβληθεί, με κύριο στήριγμα το πόρισμα τούτο, αίτηση προς το Ανώτατο Δικαστήριο για άδεια με στόχο την άρση της ασυλίας. Το εάν τελικά θα ενεκρίνετο ή όχι η άδεια άρσης της ασυλίας, θα εξηρτάτο από το εάν ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την αποκλειστική εκ του Συντάγματος περί τούτου αρμοδιότητά του, θα αποφάσιζε εάν όντως πρόκειται περί αδικήματος ατιμωτικού ή ηθικής αισχρότητας.

Όλα αυτά, σφαιρικά εξεταζόμενα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι: (α) ακόμη και ανώτατα αιρετά όργανα του Κράτους (όπως και σε άλλα κράτη) δυνατό να διώκονται ποινικά και (β) για το αξίωμα του Προέδρου, το Σύνταγμα καθιέρωσε ως «ειδικό δικαστήριο» -θα μπορούσε να χαρακτηριστεί Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να επιληφθεί μετά που θα χορηγηθεί η άδεια άρσης της ασυλίας- την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ο Γενικός Εισαγγελέας έχει διατυπώσει προ πολλού την άποψη ότι δεν ετίθετο θέμα να προωθήσει αίτηση για άρση της ασυλίας, γιατί θεωρούσε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 45(3) του Συντάγματος, όπως αναλύθηκαν πιο πριν. Το ερώτημα, όμως, που εγείρεται είναι γιατί η Βουλή δεν θέλησε η ίδια να αναλάβει το καθήκον ή την ευθύνη να απευθυνθεί στο Ανώτατο, για την αναγκαία ερμηνεία του όρου «ατιμωτικό αδίκημα»;

Comments

comments