Το Ενωτικό Δημοψήφισμα

Link

Τo 1947, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου εκλέχθηκε ο έως τότε Μητροπολίτης Κυρηνείας, γηραιός Μακάριος Β΄, ο οποίος στην ενθρόνισή του εκφώνησε ένθερμο λόγο υπέρ της Ενώσεως. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε το «Εθναρχικόν Συμβούλιον προς προώθησιν του Εθνικού Ενωτικού Αγώνος».

Το 1948, Μητροπολίτης Κιτίου εκλέχθηκε ο Μακάριος Γ΄ (κατά κόσμο Μιχαήλ Μούσκος), ο οποίος έμελε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τις επόμενες τρεις δεκαετίες.

Zet 8hΤο 1949, βρίσκει τη Δεξιά και την Αριστερά στην Κύπρο να συμπίπτουν στην τακτική της απαίτησης του αιτήματος για άμεση Ένωση.

Η ιδέα της συγκέντρωσης υπογραφών ως μέτρο πίεσης για την εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης γεννήθηκε στους κόλπους της Κυπριακής Αριστεράς. Η ηγεσία του Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (Α.Κ.Ε.Λ.) σε ανακοίνωσή της το Νοέμβριο του 1949, ανήγγειλε την πρόθεσή της να συγκεντρώσει υπογραφές υπέρ της Ενώσεως. Μέσω οργανώσεων και Δημοτικών Συμβουλίων που έλεγχε, το Α.Κ.Ε.Λ. κατάγγειλε με υπόμνημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) την καταπίεση των Ελλήνων της Κύπρου από τους Βρετανούς προβάλλοντας ταυτόχρονα και το αίτημα για Ένωση. Παράλληλα, κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση «να υποστηρίξει τον πανελλήνιο πόθο για την Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα».

«Η απόφαση του ΑΚΕΛ εντασσόταν στο πλαίσιο της νέας πολιτικής του για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σε αντίθεση με τη μέχρι και το καλοκαίρι του 1949 διακηρυγμένη πολιτική του κόμματος για Αυτοκυβέρνηση – Ένωση. Η νέα πολιτική του κόμματος ήταν το αποτέλεσμα συνάντησης στελεχών του ΑΚΕΛ με τον ηγέτη του ΚΚΕ Ζαχαριάδη το φθινόπωρο του 1948. Οι προτροπές Ζαχαριάδη για αλλαγή της μέχρι τότε πολιτικής στο θέμα της Ένωσης οδήγησαν σε σύγκρουση εντός του κόμματος που είχε ως αποτέλεσμα, το καλοκαίρι του 1949, την ανάδειξη νέου Γενικού Γραμματέα καθώς επίσης τη διενέργεια τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου του 6ου συνεδρίου του κόμματος που χαρακτήρισε λανθασμένη τη μέχρι τότε ακολουθούμενη πολιτική στο θέμα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτής της νέας πολιτικής, το κόμμα υποστήριξε, μέσω επιστολής των ελεγχόμενων από το ΑΚΕΛ δημοτικών συμβουλίων προς τα Ηνωμένα Έθνη τον Νοέμβριο του 1949, τη διενέργεια δημοψηφίσματος υπό την αιγίδα του Διεθνούς Οργανισμού, με σκοπό να καταγραφεί η πραγματική βούληση των κατοίκων της Κύπρου […]» (Ν. Χριστοδουλίδης, «Το ενωτικό δημοψήφισμα στην Κύπρο», εφημερίδα «Καθημερινή» Αθηνών, 02-09-2012).

Η Εθναρχία υπό την καθοδήγηση του Μακαρίου Γ’, νεαρού τότε Μητροπολίτη Κιτίου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου και πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, υιοθετεί αυτή την ιδέα και αναγγέλλει ότι θα ανελάμβανε η ίδια τη διοργάνωση του όλου εγχειρήματος. Το Α.Κ.Ε.Λ. τότε, χάριν της ενότητας, συμφωνεί και καλεί τα μέλη και τους οπαδούς του να ψηφίσουν υπέρ της Ενώσεως στο δημοψήφισμα της Εθναρχίας Κύπρου. Πιο συγκεκριμένα, η Ιερά Σύνοδος, σε συνεδρία της στις 18 Νοεμβρίου 1949, αποφάσισε τη διενέργεια δημοψηφίσματος και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ ζήτησε από τον Βρετανό κυβερνήτη Andrew Wright (Άντριου Ράιτ) όπως η αποικιακή κυβέρνηση αναλάβει τη διοργάνωσή του.

Η βρετανική αποικιακή διοίκηση απορρίπτει στις 12 Δεκεμβρίου 1949, την πρόταση της Εκκλησίας να αναλάβει αυτή τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος, διαμηνύοντας πως δεν τίθεται ζήτημα αλλαγής του καθεστώτος στην Κύπρο και το όποιο αποτέλεσμα τυχόν δημοψηφίσματος δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία. Πέραν όμως της άρνησης της αποικιακής κυβέρνησης, ο Αρχιεπίσκοπος με εγκύκλιό του προς τον λαό ανακοίνωσε την απόφαση για διενέργεια δημοψηφίσματος. Στην εγκύκλιο αναφερόταν χαρακτηριστικά:

«Κυπριακέ λαέ, καλείσαι όπως ηνωμένος και αδιάσπαστος επιτελέσεις και τώρα το προς την δούλην πατρίδα σου καθήκον μετ’ ενθουσιασμού. Δι’ Ένωσιν και μόνον Ένωσιν ηγωνίσθης επί τόσα έτη. Ένωσιν και μόνον Ένωσιν καλείσαι να επισφραγίσεις διά της ψήφου σου. Εμπρός Κύπριοι, όλοι εις τα επάλξεις διά την μάχην του Δημοψηφίσματος, διά την εθνικήν μας αποκατάστασιν, διά την Ένωσιν με την αθάνατον Μητέρα Ελλάδα».

Την εγκύκλιο και τη θέση της Εκκλησίας στήριξε με ιδιαίτερη θέρμη και το Α.Κ.Ε.Λ. Ήταν η πρώτη και η μοναδική ίσως φορά που Κυπριακή Εκκλησία και Α.Κ.Ε.Λ. είχαν κοινό πολιτικό στόχο. Αυτός ήταν και κύριος λόγος που η ενωτική πρωτοβουλία τύγχανε παλλαϊκής υποστήριξης. Τέτοια αρραγής ενότητα δεν θα υπάρξει άλλη από τότε.

Του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950 θα προηγηθούν: α) Η Ενωτική Διακήρυξη του 1947 που προκαλούσε τον Άγγλο κυβερνήτη Lords Winster (Λόρδο Γουΐνστερ) να διενεργήσει ο ίδιος δημοψήφισμα για την Ένωση εις απόδειξιν του Δικαίου του αιτήματος. β) Η Διασκεπτική του 1948 όπου οι Άγγλοι ήθελαν να επιβάλουν ως δήθεν υποχώρηση ένα Σύνταγμα, απαράδεκτο για τους Έλληνες της Κύπρου. γ) Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών του 1948 που σε βασικό άρθρο της περιελάμβανε το δικαίωμα για αυτοδιάθεση των λαών. Τη διακήρυξη την υπέγραψαν όλες οι χώρες (και η Βρετανία) με εξαίρεση το ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, τη Σοβιετική Ένωση και άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ, και τη Σαουδική Αραβία, που κράτησαν αποχή.

Τον Ιανουάριο του 1950, ο Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος Γ΄ ως προϊστάμενος του Γραφείου Εθναρχίας της Εκκλησίας της Κύπρου, οργάνωσε το δημοψήφισμα στις εκκλησίες υπό την επίβλεψη των ιερέων. Το δημοψήφισμα είχε τη μορφή δημόσιας (φανερής) συλλογής υπογραφών. Το ενωτικό δημοψήφισμα διεξήχθη σε δύο συνεχόμενες Κυριακές ­ στις 15 και 22 του Ιανουαρίου του 1950. Η συλλογή των υπογραφών γινόταν έξω από τις εκκλησίες και άρχιζε μετά την κυριακάτικη δοξολογία.

Πρώτη φορά στην ιστορία του νεώτερου Κυπριακού Ελληνισμού ο απλός πολίτης, ο τελευταίος γεωργός, ο πιο άσημος εργάτης, διατράνωνε και διεκδικούσε με την υπογραφή του αυτό που πίστευε, σε μια άνευ προηγουμένου πνευματική έκφραση και ανάταση. Μνήμες αέναες και εμπειρίες κοινές, που εκφράζονταν μέσα από τα ήθη και τα έθιμα, τη κοινή γλώσσα, την κοινή θρησκεία και ιστορία, τους κοινούς αγώνες, τους κοινούς καημούς και πόθους, σφράγισαν το χαρτί με το αίτημα της Ένωσης.

Οι συμμετέχοντες υπέγραφαν τέσσερις φορές έτσι ώστε να δημιουργηθούν τέσσερις τόμοι που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και είχαν την επιλογή να υπογράψουν σε ειδικά φύλλα χαρτιού που έγραφαν στο πάνω μέρος με κεφαλαία γράμματα:

«ΑΞΙΟΥΜΕΝ, ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» ή «ΕΝΙΣΤΑΜΕΘΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ».

Το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων της Κύπρου αξίωσαν δια της υπογραφής τους, Ένωση της ιδιαίτερής τους πατρίδας με την Ελλάδα. Για την ακρίβεια συγκεντρώθηκαν 215.108 υπογραφές επί συνόλου 224.757 ατόμων που είχαν δικαίωμα ψήφου. Το εκπληκτικό αυτό ποσοστό αντιπροσώπευε το 95,7 % του εκλογικού σώματος. Την Ένωση υποστήριξαν ενυπογράφως και αρκετοί Τ/Κ, Μαρωνίτες και Αρμένιοι.

Ο Σουλεϋμάν Βάλλο, που ψήφισε στην Αγία Νάπα, δήλωσε: «Ήλθα να ψηφίσω με όλη μου την καρδιά την Ένωση με την Ελλάδα και θα φέρω και την μάνα μου και την γυναίκα μου να ψηφίσουν». Ένας άλλος Τ/Κ είπε με νόημα: «Πώς είναι δυνατό να ζήσουμε εμείς οι Τούρκοι ενάντια στη θέληση των αδελφών μας Ελλήνων, που είναι πιο πολλοί από εμάς;»

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, με όλες τις υπογραφές, δέθηκαν σε τέσσερις σειρές από 18 τόμους η κάθε μια, και αποφασίσθηκε, οι τρεις σειρές τόμων να δοθούν στην Ελληνική Κυβέρνηση, στην αγγλική κυβέρνηση και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

«Οι χώρες τις οποίες θα επισκεπτόταν η πρεσβεία καθώς επίσης και η σύνθεσή της θα αποτελέσουν τις αιτίες τερματισμού της πρόσκαιρης όπως αποδείχθηκε συμπόρευσης Εθναρχίας και Αριστεράς. Πιο συγκεκριμένα, το Α.Κ.Ε.Λ. ζήτησε όπως μέλη του κόμματος συμμετέχουν στην πρεσβεία, με την Εθναρχία να διαφωνεί με μια τέτοια εξέλιξη. Επιπλέον η Εθναρχία διαφωνούσε με την αποστολή της πρεσβείας στις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού. Αντιθέτως, το Α.Κ.Ε.Λ. θεωρούσε αναγκαία τη στήριξη των χωρών αυτών σε ενδεχόμενη εγγραφή και συζήτηση του θέματος στα Ηνωμένα Έθνη. Από την πλευρά της η Εθναρχία δεν επιθυμούσε την εμπλοκή των Σοβιετικών στο Κυπριακό, αφού οι Βρετανοί είχαν αρχίσει, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την εύνοια των Η.Π.Α., να τονίζουν συνεχώς τη δύναμη του Α.Κ.Ε.Λ. στην Κύπρο. Τη δύναμη των κομμουνιστών στο νησί και τον ισχυρισμό ότι το αίτημα της Ενώσεως προωθείτο από αυτούς για εξυπηρέτηση άλλων σκοπιμοτήτων, άρχισαν να επικαλούνται και οι Τούρκοι.

Το αποτέλεσμα ήταν να συγκροτηθούν δύο ξεχωριστές πρεσβείες. Στην πρεσβεία της Εθναρχίας υπό τον Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό συμμετείχαν οι Νικόλαος Λανίτης, Σάββας Λοϊζίδης και Γεώργιος Ρωσσίδης. Στην πρεσβεία του ελεγχόμενου από το Α.Κ.Ε.Λ. Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού (Ε.Α.Σ.) συμμετείχαν ο Γενικός Γραμματέας του Α.Κ.Ε.Λ. Εζεκίας Παπαϊωάννου, το μέλος του κόμματος Εύδωρος Ιωαννίδης που διέμενε στο Λονδίνο και το στέλεχος του Α.Κ.Ε.Λ. Αδάμος Αδάμαντος, δήμαρχος Αμμοχώστου» (Ν. Χριστοδουλίδης, «Το ενωτικό δημοψήφισμα στην Κύπρο», εφημερίδα “Καθημερινή” Αθηνών, 02-09-2012).

Η πρεσβεία της Εθναρχίας επισκέφθηκε πρώτα την Αθήνα, όπου στη συνάντηση με τον Έλληνα Πρωθυπουργό έγινε ξεκάθαρο ότι η επίσημη Αθήνα δεν επιθυμούσε τη συγκεκριμένη στιγμή να συγκρουσθεί με το Λονδίνο. Χαρακτηριστική της όλης προσέγγισης του θέματος από την Ελληνική Κυβέρνηση ήταν η δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού Στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα, ο οποίος εκείνη την εποχή, είχε πει, ορθά, κοφτά, στον Μακάριο, όταν μετά από λίγους μήνες έγινε Αρχιεπίσκοπος: «Εγώ, παπά μου, με την Αγγλία δεν τα βάζω». Τα ίδια είχε πει και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, και η αντιπολίτευση η οποία τότε ήταν εντελώς αρνητική.

Η Κυβέρνηση Πλαστήρα ήταν πολύ επιφυλακτική ακόμα και ως προς την πραγματοποίηση συνάντησης με την Κυπριακή Πρεσβεία. Η υποδοχή όμως του κόσμου (η Κυπριακή Πρεσβεία, έτυχε θερμότατης υποδοχής από χιλιάδες Έλληνες στην Αθήνα και σε όλες τις πόλεις της χώρας) και η δημοσιότητα που έλαβε το όλο θέμα στον Ελληνικό Τύπο την ανάγκασαν να άρει τις όποιες επιφυλάξεις της. Ήταν η πρώτη ίσως φορά που το θέμα της Ένωσης απολάμβανε τέτοια δημοσιότητα στον Ελλαδικό χώρο. Μέσα σε αυτό το περίεργο από πλευράς της επίσημης Ελλάδας σκηνικό, οι τόμοι των υπογραφών παραδόθηκαν, στις 4 Ιουλίου 1950, στον πρόεδρο της Βουλής Δημήτρη Γόντικα. Στη συνέχεια η Βουλή των Ελλήνων υιοθέτησε σχετικό ψήφισμα με το οποίο εξέφραζε την πλήρη υποστήριξή της στο αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου.

Ακολούθως η Πρεσβεία μετέβη στο Λονδίνο για να συναντηθεί με τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία αρνήθηκε να την δεχτεί. Πραγματοποιήθηκαν μόνο κάποιες συναντήσεις με μέλη του βρετανικού Κοινοβουλίου και με εκπροσώπους των βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Το Σεπτέμβριο, η πρεσβεία μετέβη στη Νέα Υόρκη. Με τη βοήθεια Ελληνοαμερικανών πολιτικών και της εκεί Αρχιεπισκοπής, διευθετήθηκαν συναντήσεις με αξιωματούχο της αμερικανικής κυβέρνησης, με αντιπροσωπείες ξένων χωρών στα Ηνωμένα Έθνη, καθώς επίσης και διαφωτιστικές εκστρατείες σε αμερικανικές πόλεις. Συγκριτικά, οι επαφές στις Η.Π.Α. ήταν οι πιο πετυχημένες και παραγωγικές κυρίως από πλευράς συμπάθειας και κατανόησης ως προς τις θέσεις της Πρεσβείας.

Από την πλευρά της η Πρεσβεία του Α.Κ.Ε.Λ. (Ε.Α.Σ), στην οποία δεν παραχωρήθηκε θεώρηση εισόδου για την Ελλάδα, μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου μετά την άρνηση του υπουργού Αποικιών να τη δεχθεί, πραγματοποίησε επαφές με βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και με στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αγγλίας. Στη συνέχεια η πρεσβεία μετέβη στο Παρίσι όπου συναντήθηκε και με τον Πρωθυπουργό Πλαστήρα που βρισκόταν στη γαλλική πρωτεύουσα. Το Ε.Α.Σ. ζήτησε την εγγραφή του θέματος στα Ηνωμένα Έθνη και ο Έλληνας Πρωθυπουργός εξέφρασε τη διαφωνία του με μια τέτοια προοπτική, υποστηρίζοντας τη διευθέτηση του θέματος στο πλαίσιο των ελληνοβρετανικών σχέσεων.

Η αντιπροσωπεία συνέχισε τις επαφές της, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, σε Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Πολωνία. Η επίσκεψη στη Μόσχα δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της άρνησης για παραχώρηση σχετικής θεώρησης εισόδου από το σοβιετικό καθεστώς. Την ίδια αρνητική απάντηση έλαβαν οι Ιωαννίδης και Αδάμαντος όταν επιχείρησαν να εξασφαλίσουν θεώρηση εισόδου για τις Η.Π.Α.

Σημείωση 1: Του Ενωτικού Δημοψηφίσματος είχαν προηγηθεί δύο Ενωτικά Ψηφίσματα σε όλους τους ενοριακούς ναούς της Μεγαλονήσου, το πρώτο την 25η Μαρτίου 1921 και το δεύτερο την 25η Μαρτίου 1930.

Σημείωση 2: Ο Ενωτικός Αγώνας αρχίζει επίσημα από το 1828 με σχετικά υπομνήματα προς τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια του όσου είχε μέχρι τότε απελευθερωθεί ελλαδικού μας κράτους.

Όπως γράφει σχετικά και ο Λάζαρος Μαύρος στην Σημερινή 20 Φεβρουάριος 2017 σε άρθρο του με τίτλο «Το Δημοψήφισμα και η… ατίμωση»: «ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ τής Ενώσεως υπήρξε το μόνο συνώνυμο της κυπριακής λευτεριάς. Το μόνο ακριβές περιεχόμενο τής έννοιας τής ελευθερίας που επιζητούσε με πρεσβείες, αγώνες και θυσίες, η Κύπρος: Όπως ευτύχησαν την Ένωσιν το 1846 τα Εφτάνησα, το 1912 τα Νησιά τού Ανατολικού Αιγαίου, το 1913 η Κρήτη, το 1947 τα Δωδεκάνησα […].

Ωστόσο η με διάφορους ανέντιμους τρόπους και μεθόδους εμπλοκή των ξένων δεν άφησε τη συνολική βούληση του Κυπριακού λαού να φθάσει στο ποθητό αποτέλεσμα που δεν ήταν άλλο από την Ένωση με τη διαχρονική πηγή του παγκόσμιου πολιτισμού, την οδηγήτρια μάνα Ελλάδα.

Σημείωση 3: Η Ελλάδα (εκτός από τον Ιωάννη Καποδίστρια) ουδέποτε ηγήθηκε του ενωτικού αγώνα των Κυπρίων. Σε όλες τις περιπτώσεις, η πρωτοβουλία για αγώνα ενσωμάτωσης της Κύπρου στον Εθνικό Κορμό, ανήκει στους Ε/Κ, με την Ελλάδα, πότε να κατσαδιάζει, πότε να υποστηρίζει χλιαρά και πότε να υποθάλπει τις προσπάθειες για ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα!

Αυτή τη στάση κράτησε δυστυχώς και η κυβέρνηση Καραμανλή κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-59.

Ένας αγώνας που απετέλεσε την μοναδική επιλογή των Ε/Κ ύστερα από τα πολλά ουδέποτε των  Βρετανών για εθνική αποκατάσταση ….

  • Επίκουρος καθηγητής στο Τ.Ε.Ι. Λάρισας

Από το Μονάγρι Λεμεσού – a.avgoustis@hotmail.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*