“Κυπριακό: Εξελίξεις και προοπτικές”

Link

Ομιλία στο Ροταριανό Όμιλο Αμμοχώστου, Ξενοδοχείο Crown, Λεμεσός, Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

  • Θεόφιλος Β. Θεοφίλου, συνταξιούχος Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας

Φίλε Πρόεδρε του Ροταριανού Ομίλου Αμμοχώστου αγαπητέ Γιώργο,

Αγαπητοί συμπολίτες Βαρωσιώτες και ομοιοπαθείς εκτοπισθέντες,

Φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ τον Πρόεδρο του Ομίλου το φίλο Γιώργο Παπαλεοντίου και τους συνεργάτες του στο Συμβούλιο για την τιμητική τους πρόσκληση στην αποψινή σας συγκέντρωση.

Cy CIA map 2b LLLLΤους ευχαριστώ που μου προσφέρουν το βήμα τους και που μου δίνουν και πάλιν την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις μου, τους προβληματισμούς  και τις ανησυχίες μου για το πολιτικό μας ζήτημα.

Το Κυπριακό πρόβλημα, όπως επικράτησε να ονομάζεται, που εξακολουθεί να παραμένει άλυτο για 54 χρόνια από το Δεκέμβρη του ‘63 που άρχισαν οι διακοινοτικές ταραχές και 43 χρόνια από το μαύρο καλοκαίρι του ‘74 που ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην Κύπρο και κατέλαβε το ένα τρίτο της Κυπριακής επικράτειας.

Οι πλείστοι από σας έχετε ζήσει και βιώνετε ακόμη τις οδυνηρές συνέπειες του ολέθρου και της καταστροφής που σκόρπισε στον τόπο μας και στους ανθρώπους του η βάρβαρη τουρκική εισβολή. Έχετε ο καθένας σας, έχουμε όλοι τις δικές μας πικρές, τραυματικές εμπειρίες και δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω απόψε σε αυτό το τραγικό κεφάλαιο και να σας τις υπενθυμίσω. Σκοπός της ομιλίας μου δεν είναι να ξύσω πληγές και να αναμοχλεύσω τα πάθη και τον πόνο μας, αλλά να δούμε μαζί πού βρισκόμαστε τώρα και πού πάμε αύριο, του χρόνου και του άλλου χρόνου, όσοι από μας ζούμε ακόμη, και ποιο το μέλλον των παιδιών μας σε αυτό τον τόπο.

Αυτό δεν σημαίνει και δεν εννοώ ότι πρέπει να ξεχνούμε και να αγνοούμε την ιστορία. Αντίθετα, η γνώση και η σωστή αντίληψη της ιστορίας είναι ένας πολύτιμος σύμβουλος στις αποφάσεις του παρόντος και αναγκαίος οδηγός στα βήματα του αύριο. Ο καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο αείμνηστος Σπύρος Μαρινάτος έδινε τον πιο κάτω σύντομο και εκ πρώτης όψεως απλοϊκό ορισμό της ιστορίας. « Η Ιστορία είναι η φωνή των νεκρών εκ του τάφου δια να διδάσκει τους ζώντας». Με την έννοια ότι γνώση της ιστορίας δεν αποτελεί η απομνημόνευση των γεγονότων, των ονομάτων, των χρονολογιών, αλλά η εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων και η άντληση των σωστών διδαγμάτων από τα ιστορικά γεγονότα. Γιατί, όπως προσφυώς ελέχθη, «οι λαοί που δεν μαθαίνουν από τα λάθη του παρελθόντος είναι καταδικασμένοι να τα επαναλαμβάνουν».

Θα συμπληρώσω το εισαγωγικό μέρος της ομιλίας μου με μια σύντομη αναδρομή σε ένα άλλο τραγικό γεγονός της νεώτερης ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Σε πέντε χρόνια θα συμπληρωθεί ένας αιώνας από τη Μικρασιατική καταστροφή που συνέβη μεν πριν γεννηθούμε αλλά που τη ζήσαμε σε μια νεότερη εκδοχή μισό αιώνα αργότερα. Είχα αρχίσει να ασχολούμαι με το θέμα και μελέτησα αρκετά γι’ αυτό στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Πιστεύω πως πολλοί από σας θα έχετε διαβάσει την Αιολική Γη του Βενέζη και άλλα ιστορήματα γι΄αυτή την εθνική τραγωδία. Η σπιτονοικοκυρά μου στην Αθήνα όπου πήγα για σπουδές το 1964, η ογδοντάρα τότε Χρυσάνθη Κρασσά ήταν Μικρασιάτισσα, πρόσφυγας από τα Βουρλά της Σμύρνης. Στα χρόνια που μείναμε μαζί άκουσα πολλές φορές, από πρώτο χέρι  αυτή τη φορά, τις διηγήσεις της για τους τόπους της, τα γεγονότα, τις περιπέτειες, τα βάσανα και τα πάθη, τους ανθρώπους που χάθηκαν, τα σπίτια και το βιος που άφησαν πίσω. Ακούοντας την έφερνα στο νου μου όσα είχα διαβάσει, αλλά δεν μου περνούσε από το μυαλό πως θα μπορούσαμε να είχαμε την ίδια τύχη, πως θα ερχόταν μια ώρα που ο Πενταδάκτυλος θα φάνταζε στη σκέψη μου σαν τα Κιμιντένια της Αιολικής Γης. Και ελπίζω ακόμα πως δεν θα υπάρξει, πως δεν θα χρειαστεί ένας Κύπριος Βενέζης που θα συγγράψει τη Μεσαρίτικη,την Κερυνιώτικη ή την Καρπασίτικη Γη.  Είχαν περάσει μέχρι τότε 42 χρόνια από την καταστροφή της Σμύρνης και την εκδίωξη των Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες στη γη της Ιωνίας, όσα  πέρασαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή των εδαφών μας στην Κύπρο. Όμως η κ. Χρυσάνθη τα θυμόταν όλα με κάθε λεπτομέρεια και διηγώντας τα σε μας ξαναζούσε τα γεγονότα σχεδόν καθημερινά. Είχε και φύλαγε στο μπαούλο της το κλειδί του σπιτιού της στα Βουρλά. Παρά τα χρόνια που πέρασαν από το ’22, παρά τα άσπρα μαλλιά των 80 τόσων χρόνων της, παρά τις συμφωνίες που είχαν υπογραφεί για την ανταλλαγή πληθυσμών, περιουσιών κ.α., η γιαγιά Χρυσάνθη διατηρούσε ακόμα κρυφές ελπίδες ότι θα γυρίσει. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τα τρία παιδιά της που γεννήθηκαν μεν και έζησαν λίγα χρόνια στο τόπο τους αλλά μεγάλωσαν και ενηλικιώθηκαν στους προσφυγικούς οικισμούς της Αθήνας. Ο γυιός της, ο Βασίλης Κρασσάς, ένας εξαίρετος άνθρωπος και αξιωματικός του Ελληνικού στρατού υπηρέτησε και στην Κύπρο ως Διοικητής της ΕΛΔΥΚ.

Δεν χρειάζεται νομίζω να εξηγήσω γιατί θεώρησα χρήσιμο να κάμω την πιο πάνω αναφορά που υπέχει προφανώς την έννοια του παραλληλισμού. Από το ‘74, τη χρονιά της Κυπριακής καταστροφής, έχουν περάσει 43 χρόνια, σχεδόν μισός αιώνας. Όταν φύγαμε, είμαστε νέοι, αρκετοί από σας παιδιά και τώρα έχουμε μπει στη λεγόμενη τρίτη ηλικία.Οι πλείστοι απ’ όσους ήταν μεσήλικες τότε, έφυγαν από τη ζωή χωρίς να δικαιωθούν και με το αίσθημα της αδικίας να τους πλακώνει τη ψυχή. Σε λίγους μήνες συμπληρώνεται ακόμα μια πενταετία και άλλη μια Προεδρία, του Νίκου Αναστασιάδη, χωρίς λύση και αυτή τη φορά. Και ήταν μια Προεδρία που πολλοί από μας πίστευαν ότι μπορούσε να οδηγήσει στη λύση, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία της ΤΚ κοινότητας. Οι ίδιες περίπου ελπίδες είχαν εναποτεθεί και στην προηγούμενη Προεδρία του Δημήτρη Χριστόφια ένεκα και της συγκυρίας της παρουσίας στην ηγεσία της ΤΚ κοινότητας του ομοϊδεάτη του και μετριοπαθούς συγκριτικά Μεχμέτ  Αλή Ταλάτ. Δεν αμφισβητώ ότι τόσο ο Ταλάτ όσο και ο Ακιντζί διαφέρουν από τον αδιάλλακτο και φανατικό Τούρκο εθνικιστή, το Ραούφ Ντενκτάς και τους συνεχιστές της διχοτομικής πολιτικής του, τον Έρογλου και άλλους επιγόνους του. Ούτε αμφιβάλλω ότι και οι δυο αυτοί ΤΚ πολιτικοί θέλουν λύση του προβλήματος, παρ’ όλο που η λύση που επιδιώκουν δεν συμπίπτει με τη δική μας αντίληψη για το περιεχόμενο της. Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης ή παρεξήγησης, θέλω να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι όλοι οι Πρόεδροι της ΚΔ και ηγέτες της ΕΚ κοινότητας, και οι επτά χωρίς καμιά εξαίρεση, ήθελαν και επεδίωξαν με ειλικρίνεια τη λύση και μόχθησαν γι’ αυτήν παρά τις όποιες διαφορές τους ως προς το περιεχόμενο της και την τακτική της επίτευξης της. Είναι λάθος και άδικο και ζημιογόνο να λέγεται ότι υπήρξε έστω και ένας ηγέτης της ΕΚ κοινότητας και Πρόεδρος της ΚΔ που δεν ήθελε τη λύση του προβλήματος μας. Έγιναν βέβαια λανθασμένες εκτιμήσεις, λάθη τακτικής, αδέξιες ενέργειες, άστοχες κινήσεις, παραλείψεις, αψυχολόγητες ή καθυστερημένες πρωτοβουλίες και αντιδράσεις. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν ισοδυναμούν αυτές με έλλειψη βούλησης από δικής μας πλευράς για την εξεύρεση λύσης, αποδεκτής λύσης, λειτουργικής και βιώσιμης που θα αντέξει τη δοκιμασία της εφαρμογής και του χρόνου.

Ακούγοντας τα πιο πάνω, δικαιολογημένα ίσως να διερωτηθούν μερικοί από σας γιατί δεν κατέστη δυνατή τόσα χρόνια η εξεύρεση λύσης, γιατί δεν επιτεύχθηκε το ζητούμενο, το ποθητό, ακόμα και στις δυο τελευταίες Προεδρίες, αυτές του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη που συνέπεσαν, μερικώς τουλάχιστον, με την παρουσία στην ηγεσία της ΤΚ κοινότητας των συγκριτικά μετριοπαθών ΤΚ πολιτικών Μεχμέτ Αλή Ταλάτ και Μουσταφά Ακιντζί; Γιατί και αυτή η προσπάθεια που ξεκίνησε με καλούς οιωνούς πριν δυο και πλέον χρόνια και που αναπτέρωσε τις ελπίδες μας για λύση και επιστροφή απέτυχε και πάλι; Οι λόγοι ή μάλλον η ανάλυση των λόγων και της νέας αποτυχίας είναι σύνθετοι και χρήζουν τεκμηριωμένης επεξήγησης, η απάντηση όμως, η άμεση και χωρίς περιστροφές και πολλά λόγια απάντηση, είναι απλή. Διότι και αυτή η προσπάθεια, όπως και όλες οι προηγούμενες, προσέκρουσε στον αμετακίνητο τοίχο της τουρκικής αδιαλλαξίας, της αδιαλλαξίας της Τουρκίας  που είναι ένα σταθερό δεδομένο από τότε που άρχισαν οι πρώτες διακοινοτικές συνομιλίες μετά την εισβολή.

Η ανεπιτυχής κατάληξη και αυτής της σειράς συνομιλιών μεταξύ του νυν Προέδρου της ΚΔ  και ηγέτη της ΕΚ κοινότητας Νίκου Αναστασιάδη και του νυν ηγέτη της ΤΚ κοινότητας Μουσταφά Ακιντζί, δυο πολιτικών τα διαπιστευτήρια των οποίων δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι επιθυμούν και επιδιώκουν τη λύση, απέδειξε ή μάλλον επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά τα εξής σημαντικά δεδομένα:

α) Το Κυπριακό δεν είναι κυρίως θέμα και διαφορά μεταξύ των δυο κοινοτήτων και η λύση του δεν εξαρτάται από το ποιος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ποιος ηγείται της ΤΚ κοινότητας. Μετά το ‘74, μετά την εισβολή και την ντε φάκτο κατάσταση που δημιούργησε η κατοχή, το Κυπριακό είναι πρώτα και κύρια πρόβλημα, έγκλημα εισβολής και κατοχής με δράστη την Τουρκία. Κατά συνέπεια η λύση του εξαρτάται πρώτιστα και σε πολύ μεγάλο βαθμό από την Τουρκία. Το κλειδί της λύσης του Κυπριακού δεν είναι στη Λευκωσία, δεν το κρατούν ο Αναστασιάδης και ο Ακιντζί. Το κλειδί της λύσης βρίσκεται σταθερά στην Άγκυρα και έχει καταδειχθεί ακόμα μια φορά ότι αυτοί που το κρατούν δεν αποφάσισαν μέχρι της στιγμής να το χρησιμοποιήσουν. Δυστυχώς, τα Ηνωμένα Έθνη και οι αξιωματούχοι τους δεν προσεγγίζουν το πρόβλημα σαν τέτοιο αλλά σαν διακοινοτική διαφορά και αντί να στρέφουν τις ενέργειες και τα διαβήματα τους προς την Τουρκία επικεντρώνονται σε υποβοήθηση επαφών και συνομιλιών μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Τους διευκολύνουμε βέβαια και εμείς σε αυτό με διάφορους τρόπους όπως, για παράδειγμα, την «εφεύρεση» ανακριβών και παραπλανητικών όρων όπως «οι Κυπριακής ιδιοκτησίας συνομιλίες».

β) Η κατεχόμενη περιοχή, η ΤΚ κοινότητα και η εκάστοτε ηγεσία της εξαρτώνται παντοιοτρόπως και απόλυτα από την Τουρκία. Όχι μόνο στρατιωτικά, διπλωματικά και πολιτικά. Αλλά και οικονομικά, διοικητικά, εμπορικά, συγκοινωνιακά, ενεργειακά, επικοινωνιακά, κοινωνικά, τραπεζικά και με πολλούς άλλους τρόπους. Όπως  η προμήθεια νερού μέσω του θαλάσσιου αγωγού που κατασκεύασαν για να λειτουργεί στο διηνεκές σαν ομφάλιος λώρος. Η πολιτική τους βούληση έχει φαλκιδευθεί από αυτή την εξάρτηση αλλά και από την παρουσία και πολιτογράφηση πολύ μεγάλου αριθμού εποίκων που μετέχουν στο πολιτικό γίγνεσθαι και πήραν θέσεις στη διοίκηση. Ένεκα της εξάρτησης αυτής, η ΤΚ ηγεσία δεν έχει σχεδόν κανένα περιθώριο ελευθερίας κινήσεων και λήψης αποφάσεων παρά μόνο σε λίγα δευτερεύοντα θέματα που δεν άπτονται άμεσα της λύσης του Κυπριακού. Την οδυνηρή αυτή διαπίστωση έκαμε προς μεγάλη του λύπη και απογοήτευση, θέλω να πιστεύω, και ο κ. Ακιντζί που αντιλήφθηκε στην πορεία των συνομιλιών ότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τις θέσεις του από αυτές της Τουρκίας και πως δεν έχει άλλη επιλογή από του να υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στα κελεύσματα της Άγκυρας.

γ) Δεν συντρέχουν ούτε και τώρα οι αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για τη λύση του Κυπριακού. Όπως έγραψε και ανέλυσε ο ιστορικός και πρωτοπόρος της πολιτικής επιστήμης Θουκυδίδης στο μνημειώδες έργο του Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, το ισοζύγιο δυνάμεων είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στις σχέσεις των κρατών. Τα ζωτικά συμφέροντα των κρατών, τα καίρια ζητήματα της ειρήνης και του πολέμου εξαρτώνται εν πολλοίς και επηρεάζονται από αυτόν τον παράγοντα. Τη βασική αυτή θεωρία του Θουκυδίδη ανέλυσαν και επεξεργάστηκαν στους αιώνες που ακολούθησαν φιλόσοφοι όπως ο Μακιαβέλλι και ο Hobbes, συγγραφείς, διεθνολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες και άλλοι. Διατυπώθηκαν δόγματα όπως το γνωστό λατινικό απόφθεγμα Si vis pacem, para bellum(Αν θέλεις την ειρήνη, προπαρασκεύασε τον πόλεμο), ο αντίποδας του Si vis pacem, para pacem(Αν θέλεις την ειρήνη, προπαρασκεύασε την ειρήνη) και η σύνθεση των δυο  Si vis pacem, para pacem bellumque(Αν θέλεις την ειρήνη, προπαρασκεύασε την ειρήνη και τον πόλεμο). Τη διαχρονική αξία και ισχύ της θεωρίας του Θουκυδίδη για το ισοζύγιο δυνάμεων αναγνωρίζουν και αποδέχονται στον 21ο αιώνα όχι μόνο πολιτικοί επιστήμονες και διεθνολόγοι αλλά και μελετημένοι και έμπειροι πολιτικοί ηγέτες. Σύμφωνα με τον καθηγητή Robert North από τον οποίο διδάχθηκα στο Stanford το θέμα Επίλυση Διεθνών Διαφορών, για να λυθεί ειρηνικά με διαπραγματεύσεις ένα διεθνές πρόβλημα πρέπει να συντρέχουν οι αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις. Η πιο σημαντική από αυτές τις προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη ενός ισοζυγίου δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχομένων μερών. Δεν είναι απαραίτητο το ισοζύγιο αυτό να είναι απόλυτο. Και δεν αναφέρεται μόνο σε στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά περιλαμβάνει και εμπορικές δυνατότητες, οικονομική ισχύ, πολιτική δύναμη, διπλωματική επιρροή, συμμαχική υποστήριξη και άλλες μορφές δύναμης. Χωρίς την ύπαρξη ενός τέτοιου ισοζυγίου δυνάμεων, έστω και κατά προσέγγιση, δεν είναι δυνατό τα αντιμαχόμενα μέρη να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους και να φτάσουν σε συμφωνία με συμβιβασμό. Το αποτέλεσμα του ανισοζυγίου δυνάμεων στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντιμαχομένων μερών θα είναι αναπόφευκτα η επικράτηση των θέσεων του ισχυρού. Όπως πολύ σωστά το διατύπωσε και πάλι ο Θουκυδίδης πριν δυόμισυ χιλιάδες χρόνια, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του. Νομίζω δεν χρειάζεται να επεκταθώ και να αναφερθώ σε δεδομένα για να καταδείξω με αριθμούς και άλλα στοιχεία τις διαστάσεις του ανισοζυγίου δυνάμεων μεταξύ της Τουρκίας από τη μια και της Κύπρου και της Ελλάδας από την άλλη. Όπως είπα και προηγούμενα, το ανισοζύγιο αυτό δεν αφορά μόνο τις εκατέρωθεν στρατιωτικές δυνάμεις αλλά επεκτείνεται σε πολλούς τομείς. Με την τουρκική εισβολή και κατοχή του 37% της Κυπριακής επικράτειας και την παρουσία στην κατεχόμενη περιοχή 42.000 βαρειά εξοπλισμένων στρατευμάτων, το ανισοζύγιο αυτό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Σαν αποτέλεσμα της αλματώδους οικονομικής και άλλης ανάπτυξης της Τουρκίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες από τη μια και από την άλλη της οικονομικής κρίσης που έπληξε πρώτα και κύρια την Ελλάδα και μετά την Κύπρο, το ανισοζύγιο δυνάμεων με την ευρεία έννοια του όρου που δώσαμε, διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο και πήρε πρωτοφανείς και τρομακτικές διαστάσεις. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί με όλους τους τρόπους την τεράστια υπεροχή της σε ισχύ έναντι τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας. Το βλέπουμε καθημερινά όχι μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για λύση του Κυπριακού αλλά και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Με την έκδηλη αμφισβήτηση από την Τουρκία της Συνθήκης της Λωζάννης, στο Αιγαίο με τις καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου ελληνικού χώρου και τη διεκδίκηση νησιών.  Στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της Κύπρου με την αμφισβήτηση και διεκδίκηση από την Τουρκία μέρους της ΑΟΖ της Κύπρου και των φυσικών πόρων της. Είναι πολύ λυπηρό και απογοητευτικό που ο κ. Ακιντζί ταυτίστηκε ακόμη και σε αυτό το θέμα με τις αστήρικτες αξιώσεις και τις αρπακτικές βλέψεις της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, σε βάρος των συμφερόντων και της ίδιας του της κοινότητας που είναι  συνιδιοκτήτης και δικαιούχος των φυσικών πόρων που βρίσκονται στην Κυπριακή ΑΟΖ. Είναι και αυτό το στοιχείο ενδεικτικό της απόλυτης εξάρτησης του από την Τουρκία και της πλήρους υποταγής του στα κελεύσματα της.

Αγαπητοί συμπολίτες, αγαπητοί φίλοι,

Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η γενική θεώρηση της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε σύμφωνα με την ανάλυση των πραγμάτων και την αντίληψη μου ως πολιτικού επιστήμονα, ως νομικού και ως διπλωμάτη με ενασχόληση πέραν των τριών δεκαετιών με το Κυπριακό πρόβλημα. Είναι μια δύσκολη, μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Δεν διστάζω να την περιγράψω με τη γνωστή φράση ότι η Κύπρος, η ΕΚ κοινότητα βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Οι πολιτικοί δεν ενδείκνυται  να το δηλώσουν δημόσια και δεν θέλουν να το παραδεχθούν ενώπιον ακροατηρίου για ευνόητους λόγους, εγώ όμως δεν διστάζω να το πω. Γιατί δεν είμαι πολιτικός και επειδή πιστεύω ότι η σωστή διάγνωση και αντίληψη της κατάστασης, όπως και της ασθένειας, είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση και θεραπεία της. Όσο στυγνή και δυσάρεστη κι αν είναι η πραγματικότητα, πρέπει να τη βλέπουμε και να την αναγνωρίζουμε. Όχι για να χάσουμε τις ελπίδες μας και να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε, αλλά για να μην έχουμε ψευδαισθήσεις και να ουρανοβατούμε. Διακρίνω μεταξύ ελπίδας και αισιοδοξίας. Η ελπίδα δεν πρέπει να μας εγκαταλείπει ποτέ. Είναι σύμφυτη με τη ζωή. Όσο αναπνέουμε, ελπίζουμε. Όσο ελπίζουμε, προσπαθούμε. Όσο προσπαθούμε θα επιτύχουμε αργά ή γρήγορα κάποιο αποτέλεσμα. Όταν εκλείψει η ελπίδα, σταματούμε την προσπάθεια και χωρίς προσπάθεια τίποτε δεν επιτυγχάνεται. Η αισιοδοξία από την άλλη πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, να στηρίζεται σε συγκεκριμένους, υπαρκτούς λόγους. Αισιοδοξία που δεν τεκμηριώνεται είναι αιθεροβασία και οδηγεί σχεδόν πάντοτε σε κατακρήμνιση ή ανώμαλη προσγείωση.

Είπα πως βρισκόμαστε μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από τη μια είναι τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής που σχεδίασε και εφαρμόζει η Τουρκία με διαβολική μαεστρία στην κατεχόμενη περιοχή. Τετελεσμένα που κάθε μέρα εμπεδώνονται, παγιώνονται, μονιμοποιούνται και σταδιακά νομιμοποιούνται. Τετελεσμένα όλων των ειδών που δεν είναι αναστρέψιμα και που περιπλέκουν και δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την εξεύρεση της λύσης. Αρκεί μια ολιγόωρη επίσκεψη στα κατεχόμενα για να διαπιστώσει κάποιος του λόγου το αληθές και επαχθές. Όσοι δεν βλέπουν και δεν αντιλαμβάνονται τις διαστάσεις και τις συνέπειες αυτού του προβλήματος εθελοτυφλούν και όταν ανοίξουν κάποτε τα μάτια τους, αν ποτέ τα ανοίξουν, θα είναι πολύ αργά. Η πάροδος του χρόνου λειτουργεί σε βάρος μας και ασκεί από μόνη της τεράστια πίεση στην πλευρά μας να επιδιώξουμε την εξεύρεση λύσης χωρίς άλλη καθυστέρηση. Την πίεση αυτή την αισθανόμαστε περισσότερο οι εκτοπισμένοι, εμείς των οποίων παραβιάστηκαν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα  μας, εμείς που θέλουμε και νομιμοποιούμαστε να ανακτήσουμε ύστερα από 43 χρόνια τα δικαιώματα μας, Να πάμε πίσω στα χωριά και στις πόλεις μας, να πάρουμε πίσω τα σπίτια και τις περιουσίες μας, τα ιερά μας, να ανάψουμε ξανά τα καντήλια σε τάφους γονιών και προγόνων. Ταυτόχρονα με τη φοβερή πίεση  των τετελεσμένων, η Τουρκία ασκεί παντοειδείς πιέσεις στην ΚΔ με απειλές και επίδειξη δύναμης(αεροναυτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της Κύπρου) που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της εξεύρεσης και εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Κυπριακή ΑΟΖ καθώς και στη δημιουργία τετελεσμένων ακόμα και στο θαλάσσιο χώρο της Κύπρου σε σχέση με αυτά.

Από την άλλη, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, παρά την καλή μας πίστη και ειλικρινή διάθεση εποικοδομητικού διαλόγου για εξεύρεση συμβιβαστικής, αμοιβαία αποδεκτής λύσης, παρά τις πολυάριθμες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις μας, προσκρούουμε και πάλι στο συμπαγή τοίχο της τουρκικής αδιαλλαξίας. Που όχι μόνο δεν χαμηλώνει ή παρουσιάζει κάποια ανοίγματα αλλά γίνεται πιο αδιαπέραστος με την προβολή νέων απαιτήσεων όπως η παραχώρηση στους Τούρκους πολίτες των ελευθεριών που απολαύουν οι Ευρωπαίοι πολίτες στην Κύπρο χωρίς η Τουρκία να είναι μέλος της ΕΕ. Οι τουρκικές θέσεις και απαιτήσεις δεν αφήνουν περιθώριο αισιοδοξίας για αίσια κατάληξη των διαπραγματεύσεων. Γιατί όσο και αν αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη της λύσης, όσο και αν θέλουμε  να λύσουμε το πρόβλημα χωρίς άλλη καθυστέρηση για τους λόγους που εξηγήσαμε, υπάρχουν κόκκινες γραμμές, υπάρχουν όρια που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε. Η θέση μας είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη όπως είπα, αλλά όχι απελπιστική. Όσο αμείλικτα και αν είναι τα  διλήμματα  δεν πρέπει να μας σπρώξουν στην αυτοχειρία. Δεν μπορούμε να υποτάξουμε το κράτος μας στον τουρκικό επεκτατισμό, δεν μπορούμε να μετατρέψουμε την πατρίδα μας σε προτεκτοράτο της Τουρκίας. Επίκαιρος οδηγός και σύγχρονος σύμβουλος μας ας είναι και πάλι ο Θουκυδίδης με τις σοφές ρήσεις που αντλούμε από το έργο του. Ου τοις  άρχειν βουλομένοις μέμφομαι, αλλά τοις υπακούειν ετοιμοτέροις ούσιν.(Δεν κατηγορώ εκείνους που ζητούν να επεκτείνουν την εξουσία τους. Κατηγορώ εκείνους που είναι πρόθυμοι να υποταχθούν).

Πριν κλείσω την ομιλία μου, θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία και σε μερικά επί μέρους ζητήματα σε σχέση με τις συνομιλίες που αφορούν ειδικότερα εμάς τους εκτοπισμένους. Και αρχίζω από το θέμα της επιστροφής της πόλης της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της. Η επιστροφή των Βαρωσιωτών στα σπίτια τους κάτω από τη διοίκηση των ΗΕ ή της ΕΕ σε συνδυασμό με τη νόμιμη επαναλειτουργία του λιμανιού όπως είχε προταθεί παλαιότερα, θα ήταν αναμφίβολα το πιο αποτελεσματικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Θα ήταν το εργαστήρι όπου θα εσφυρηλατείτο καθημερινά η επαναπροσέγγιση, η φιλία και η συνεργασία σε πολλούς τομείς μεταξύ ΕΚ και ΤΚ.  Θα ήταν η δοκιμασία, η καλλιέργεια και εφαρμογή στην πράξη του πνεύματος και της νοοτροπίας της ειρηνικής συνύπαρξης σε μικρότερη, πειραματική ή πιλοτική αν θέλετε κλίμακα, πριν από τη λύση του Κυπριακού από την οποία θα αποκομίζαμε εμπειρίες και χρήσιμα συμπεράσματα για αυτά που χρειάζεται και πρέπει να γίνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας συνολικής διευθέτησης. Δυστυχώς η πρόταση μας για την επιστροφή της Αμμοχώστου προσέκρουσε και πάλι στον τοίχο της τουρκικής αδιαλλαξίας που επιμένει να κατακρατεί όμηρο την πόλη μας σαν το κύριο διαπραγματευτικό της χαρτί και αντάλλαγμα για μια συνολική λύση. Στη διάρκεια της παρούσας φάσης των συνομιλιών μεταξύ Αναστασιάδη-Ακιντζί, το θέμα της επιστροφής της Αμμοχώστου δεν τέθηκε ξανά σαν θέμα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με τη λογική και την ελπίδα ότι θα γινόταν στο πλαίσιο της γενικότερης συμφωνίας που αναμενόταν να επιτευχθεί. Αντ’ αυτού συμφωνήθηκε η διάνοιξη νέου σημείου διέλευσης/οδοφράγματος στη Δερύνεια για να διευκολυνόμαστε να πηγαίνουμε σαν επισκέπτες στην αιχμάλωτη πόλη μας διανύοντας καμιά δεκαριά λιγότερα χιλιόμετρα. Εκτιμώ ότι σαν αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης, σε περίπτωση που δεν τελεσφορήσει κι αυτή η προσπάθεια με τις συναντήσεις που συμφωνήθηκε να γίνουν στη Γενεύη, οι πιθανότητες να τεθεί ξανά θέμα επιστροφής της Αμμοχώστου σαν μέτρου οικοδόμησης εμπιστοσύνης θα είναι απειροελάχιστες.

Στο πλαίσιο της συζήτησης μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης από τους διαπραγματευτές, είχα εισηγηθεί να ζητηθεί από την πλευρά μας να υιοθετηθούν δυο πολύ ουσιαστικά και πρακτικά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Συγκεκριμένα, να εφαρμοσθεί ένα moratorium στην ανάπτυξη/κτίσιμο ΕΚ περιουσιών στα κατεχόμενα και ΤΚ περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές, σε ένδειξη καλής πρόθεσης και για να μη δημιουργηθούν κι άλλα τετελεσμένα που περιπλέκουν και δυσχεραίνουν περισσότερο τη λύση του περιουσιακού. Το δεύτερο μέτρο που εισηγήθηκα ήταν να ζητηθεί από την ΤΚ διοίκηση να δοθεί στις αρχές μας, στο Κτηματολόγιο, αντίγραφο του αρχείου/μητρώου των Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας που έμειναν στα κατεχόμενα για να μπορέσουν τα γραφεία αυτά να διενεργήσουν τους αναγκαίους ελέγχους και να διορθώσουν τα πολυάριθμα λάθη που έγιναν με τις δηλώσεις περιουσιών και τα κενά που υπάρχουν λόγω θανάτου των ιδιοκτητών. Ήταν ένα μέτρο που δεν είχε κανένα κόστος για την άλλη πλευρά και που θα διευκόλυνε πάρα πολύ τη δική μας πλευρά στην εξακρίβωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος πολλών περιουσιών που είναι εντελώς απαραίτητη μέσα στο πλαίσιο της λύσης του περιουσιακού. Ούτε το ένα μέτρο υιοθετήθηκε ούτε το άλλο και δεν γνωρίζω γιατί. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω αν ζητήθηκε καν. Με αφορμή αυτό το θέμα γεννάται εύλογα το ερώτημα. Ένα ερώτημα που δεν έχει τίποτε να κάμει με προσωπικό παράπονο ή ικανοποίηση επειδή η πρόταση έγινε από μένα. Πρόκειται για ερώτημα ουσίας. Υπάρχουν στις διάφορες ομάδες εργασίας που δημιουργήθηκαν για να πλαισιώσουν τους διαπραγματευτές, και ειδικότερα σ’ αυτές για το εδαφικό και το περιουσιακό, εκτοπισμένοι που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, που γνωρίζουν πράγματα και καταστάσεις, που έχουν προσλαμβάνουσες παραστάσεις των χαρτών και του εδάφους; Γιατί δεν κρίθηκε επιβεβλημένη η ικανοποίηση μιας τόσο οφθαλμοφανούς ανάγκης;

Και έρχομαι στο τελευταίο σημείο που θέλω να θίξω και πάλι σε σχέση με το περιουσιακό που αφορά και καίει, κακά τα ψέματα, κυρίως εμάς τους εκτοπισμένους. Γίνεται πολύς λόγος- και σωστά- για το θέμα της κατανομής των εξουσιών που ενδιαφέρει πολύ την ΤΚ κοινότητα και της λειτουργικότητας του ομοσπονδιακού κράτους που ενδιαφέρει περισσότερο εμάς και-περιέργως-όχι το ίδιο τους ΤΚ. Δεν αμφισβητώ επ’ ουδενί τη σημασία της λειτουργικότητας της λύσης που είναι αλληλένδετη με τη βιωσιμότητα της. Όμως από την άλλη δεν υποτιμώ, όπως κάμνουν άλλοι, την εξαιρετική σημασία του εδαφικού και του περιουσιακού που είναι επίσης αλληλένδετα. Το πολυτιμότερο κεφάλαιο που έχουμε στην Κύπρο μετά το ανθρώπινο μας δυναμικό είναι η γη. Έτσι ήταν πριν, έτσι είναι τώρα, έτσι θα είναι και στο μέλλον κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Η οικονομία του τόπου, η ανάπτυξη και η πρόοδος του, η ευημερία των ανθρώπων είχε και έχει σαν βάση και αφετηρία τη γη. Το ζήσαμε έντονα στην πόλη και στην επαρχία μας πριν την εισβολή, το βλέπουμε και το βιώνουμε τώρα με ανάμικτα αισθήματα στο ελεύθερο τμήμα της επαρχίας μας, σε όλη την υπόλοιπη Κύπρο, σε παραλίες και βουνά, σε πεδιάδες και κατσάβραχα, ακόμα και στα κατεχόμενα τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Με λύση ή χωρίς λύση, η βάση της οικονομίας στις ελεύθερες και στις κατεχόμενες περιοχές και στην ομοσπονδιακή Κύπρο θα είναι η ποικιλόμορφη ανάπτυξη και εκμετάλλευση της γης  για όλων των ειδών τις χρήσεις. Αυτοί που έχουν τώρα και που θα έχουν μελλοντικά τη γη στο πλαίσιο της λύσης-αν βρεθεί- θα είναι οι ευημερούντες, οι προοδεύοντες, οι αναπτυσσόμενοι που θα έχουν τις δυνατότητες για ένα καλύτερο μέλλον. Είτε είναι άτομα ή οικογένειες ή χωριά ή εκκλησίες ή μοναστήρια ή πόλεις ή κοινότητες ή συνιστώντα κρατίδια. Όποιος αμφιβάλλει γι’ αυτό ας ρίξει μια ματιά γύρω του. Δεν χρειάζεται να πάει μακριά. Όπου και αν βρίσκεται στην Κύπρο.

Τα τελευταία λίγα χρόνια ακούεται κατά κόρον το επιχείρημα ότι πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε λύση γιατί η λύση θα φέρει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη σε όλη την Κύπρο. Δεν αμφισβητώ ότι η λύση-ιδιαίτερα μια σωστή και λειτουργική λύση- θα δημιουργήσει συνθήκες σιγουριάς και ασφάλειας και θα διανοίξει νέες προοπτικές για περαιτέρω πρόοδο και ανάπτυξη. Ερωτάται όμως. Ποιοί θα ωφεληθούν κατά κύριο λόγο από αυτή την ανάπτυξη; Ποιοι θα δρέψουν τους δαψιλείς καρπούς της; Η απάντηση είναι μια, εύκολη και μπορεί να δοθεί με την ίδια βεβαιότητα ότι το άθροισμα του ένα συν ένα ισούται με δύο. Οι  έχοντες και κατέχοντες τη γη. Είναι γι’αυτό που επιβάλλεται όπως στο πλαίσιο των συνομιλιών δοθεί η πρέπουσα σημασία και το ανάλογο βάρος στη διαπραγμάτευση του περιουσιακού/εδαφικού για την επίτευξη μιας δίκαιης και σωστής διευθέτησης που θα αποκαθιστά και σέβεται τα νόμιμα περιουσιακά δικαιώματα. Διαφορετικά οι εκτοπισμένοι που είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του πλείστου μέρους της γης στα κατεχόμενα, που στερήθηκαν τις περιουσίες τους και τα εισοδήματα τους για μισό σχεδόν αιώνα, θα συνεχίσουν να είναι οι μεγάλοι αδικημένοι. Θα παραμείνουν οι φτωχοί συγγενείς που θα βλέπουν τις περιουσίες τους να εκμεταλλεύονται από τους άρπαγες που θα θησαυρίζουν σε βάρος τους και αυτοί θα κοιτάζουν από μακριά με παράπονο και αγανάκτηση με «δκυο σιείλη καμένα». Και θα ντρέπονται να κοιτάξουν στα μάτια τα παιδιά τους επειδή δεν θα μπορούν να διαθέσουν τις πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ που χρειάζονται για να τους αγοράσουν ένα  οικόπεδο σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της ελεύθερης Κύπρου.

Η σημασία του περιουσιακού και του εδαφικού δεν περιορίζεται κυρίως ή μόνο στην αξία της γης και τις αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές που προσφέρουν. Επεκτείνεται πολύ πέραν αυτών γιατί συνδέεται άμεσα με την επιβίωση εθνοτήτων, φυλών, πληθυσμών, πολιτισμών, θρησκειών, παραδόσεων, ηθών και εθίμων. Η παραμονή των ανθρώπων στη γη τους, στη γη των προγόνων τους, στα σπίτια τους και στις περιουσίες τους, στα ιερά τους, στις ρίζες τους είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ομαδική επιβίωση τους και στη διατήρηση και συνέχιση του πολιτισμού, των παραδόσεων, της πίστης, των ηθών και των εθίμων, της κοινότητας πολλών αξιών και πραγμάτων. Ο Ελληνισμός και η Χριστιανοσύνη επέζησαν στην Κύπρο μέσα από πολλούς αιώνες δουλείας και τρεις αιώνες τουρκοκρατίας γιατί οι φορείς τους, οι άνθρωποι, παρέμειναν στη γη τους, ριζωμένοι στον τόπο τους σαν τις «ελιές και τις τερατσιές πάνω στο ρότσον τους». Όπως τα δέντρα και τα φυτά που μαραίνονται και ξηραίνονται όταν ξεριζώνονται από το χώμα, το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους που ξεριζώνονται από τη γη τους. Αυτό μου έλεγε με καημό και παράπονο μέσα από τα βάθη της καρδιάς της και η γειτόνισσα μας στα Λιμνιά, η γριά Ζαχάρα λίγο πριν πεθάνει στη Λεμεσό « να πάω έσσω μου, γυιε μου, στο χωρκό μας τζι’ ας ζυμώννω χώμα να τρώω».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*