Το Κυπριακό το 2017

Link

Άγγελος Μ. Συρίγος

Κυπριακό: Στην κόψη του ξυραφιού

Υπεύθυνες Απόψεις

Προς Απανταχού Πολίτες και Πολιτικούς

  1. Τί μας νοιάζει η Κύπρος;

Xyra 1a«Η πιο βαρετή διεθνής διαφορά στον κόσμο». Με αυτή την αφοριστική διαπίστωση είχε περιγράψει πριν χρόνια το Κυπριακό η διεθνής επιθεώρηση Jane’s Foreign Report. Και δεν είναι μόνον οι ξένοι. Στα ελληνικά ΜΜΕ επικρατεί η αντίληψη ότι το Κυπριακό δεν «πουλά» ως θέμα. Είναι επίσης γεγονός ότι κανείς δεν θυμάται μετά από 43 χρόνια ποιός γύρος συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού είναι αυτός ή τί ακριβώς συζητήθηκε με τον προηγούμενο εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων.

Μέσα σε όλα αυτά προβάλλει ένα ερώτημα: Εμάς ως Ελλάδα μάς ενδιαφέρει πράγματι η Κύπρος; Από τυπικής πλευράς η απάντηση είναι καταφατική. Το Κυπριακό είναι το μοναδικό θέμα που απασχολεί συνεχώς από το 1955 την ελληνική εξωτερική πολιτική. Επιπλέον, η χώρα μας είναι μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από το σύνολο των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων για το Κυπριακό μόνον στο θέμα των εγγυήσεων έχει εκφράσει τη θέση της η ελληνική κυβέρνηση, διότι εκεί διαθέτουμε τη νομική βάση για να έχουμε επισήμως άποψη.

Εκτός, όμως, από το τυπικό μέρος, υπάρχει και το ουσιαστικό: πρέπει να μας ενδιαφέρει η Κύπρος;  Ένας αντίλογος θα έλεγε: -«Και τι μας νοιάζει εμάς το Κυπριακό; Κάναμε τα λάθη μας ως Ελλάδα στο παρελθόν αλλά επανορθώσαμε με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος, διαφορετικό από την Ελλάδα. Τί μας ενδιαφέρει εμάς σήμερα, τί λύση θα δοθεί στην Κύπρο;»

Αναζητώντας την απάντηση, ας ξεκινήσουμε λίγο ανάποδα βλέποντας πώς προσεγγίζει η Τουρκία το Κυπριακό. Όλα τα μεγέθη του νησιού (πληθυσμιακά, οικονομικά) είναι περίπου αδιάφορα εάν συγκριθούν με τον μεγάλο γείτονα. Η Κύπρος αποκτά σημασία για τη γεωπολιτική ασφάλεια της Τουρκίας μόνον επειδή οι κάτοικοί της είναι Έλληνες. Οι Τούρκοι δεν επιθυμούν να «περικυκλωθούν» στο μεσογειακό θαλάσσιο μέτωπό τους από το συγκεκριμένο έθνος. Αυτή την αντίληψη είχαν οι Κεμαλικοί από το 1956, τα ίδια συνεχίζουν και οι Ισλαμιστές που εξαίρεσαν Ελλάδα και Κύπρο από την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες». Το είχε πει ο Νιχάτ Ερίμ το 1956. Το ξαναείπε ο Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του το στρατηγικό βάθος που εξεδόθη το 2001:

Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. … η Τουρκία είναι υποχρεωμένη από στρατηγική άποψη να ενδιαφέρεται για την Κύπρο πέραν του ανθρώπινου παράγοντα

Επομένως, η Τουρκία τηρεί την πολύ συγκεκριμένη στάση της έναντι της Κύπρου επειδή εκεί κατοικούν Έλληνες. Για την Τουρκία το Κυπριακό είναι θέμα στρατηγικής ασφάλειας. Τα συμφέροντά της είναι ανεξάρτητα από αυτά των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία δεν πρόκειται να επιτρέψει στους Τουρκοκυπρίους να πάρουν μόνοι τους αποφάσεις για το μέλλον τους.

Επιστρέφοντας σε μία πιο ορθόδοξη θεώρηση, πρέπει να αναρωτηθούμε για τον ρόλο που επιθυμεί να έχει ο Ελληνισμός στην ευρύτερη περιοχή. Ένα κράτος αναβαθμίζεται γεωπολιτικά, όταν μπορεί να ασκεί επιρροή πέραν των συνόρων του. Εάν η επιρροή του φθάνει στο σημείο να επηρεάζει τους γεωπολιτικούς  συσχετισμούς της περιοχής καθίσταται επιθυμητός ως σύμμαχος. Η Ελλάδα επιδιώκει αυτόν τον ρόλο (έστω και στην προσπάθειά της να τον χρησιμοποιήσει ως μέσον για να χαλαρώσει τον βρόχο της εφαρμογής των μνημομιακών υποχρεώσεων). Οι επιδόσεις της χώρας μας τα τελευταία χρόνια βρίθουν μιζέριας και αντιμετωπίζονται με απαξία από τη διεθνή κοινότητα. Μοναδική περίπτωση που μας είδαν διαφορετικά ήταν όταν προσπαθήσαμε να αποκτήσουμε κάποιον περιφερειακό ρόλο σε συνδυασμό με την Κύπρο: Ελλάδα-Κύπρος με Ισραήλ ή/και με Αίγυπτο.

Εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι μόνον η ανεύρεση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων στις θαλάσσιες περιοχές του Ισραήλ και της Αιγύπτου καταδεικνύει ότι τα επόμενα 10 χρόνια η περιοχή μας θα αλλάξει ριζικά. Μείζον θέμα θα είναι ο τρόπος μεταφοράς της ενέργειας.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το Κυπριακό αν και μοιάζει απομονωμένο από τις διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Θράκη, στην πραγματικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένο με αυτές. Η Τουρκία αμφισβήτησε όλο το νομικό καθεστώς του Αιγαίου μόλις το 1974 σε άμεση συνάρτηση με την εισβολή στην Κύπρο. Τα θέματα του Αιγαίου ετέθησαν ως αντίβαρο στις εξελίξεις στο νησί. Μπορεί αργότερα να απέκτησαν αυτονομία, αλλά στη βάση τους εξακολουθούν να συνδέονται άρρηκτα με το Κυπριακό. Θα είναι αδύνατον να υπάρξει οριστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων χωρίς λύση και του Κυπριακού.

Το «βαρετό» Κυπριακό αφορά πρωτίστως τα άμεσα θύματα της τουρκικής πολιτικής: τους Έλληνες της Κύπρου. Ενδιαφέρει, όμως, κατά μείζονα βαθμό και την Ελλάδα. Η ηγεσία της Κύπρου διαχειρίζεται ένα θέμα που ξεπερνά τα όρια του νησιού και συνδέεται με όλο τον ελληνισμό. Η ειρήνη στο Αιγαίο περνάει από την ειρήνη στην Κύπρο. Αντιστοίχως, μία κακή λύση στην Κύπρο θα έχει άμεσες συνέπειες στο Αιγαίο και στη Θράκη.

  1. Η ανισορροπία ισχύος

Από το 1974 υπάρχει διαρκώς στο Κυπριακό μία ανισορροπία ισχύος εις βάρος της ελληνικής πλευράς. Πήγε να ανατραπεί το 2004 με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η μεθόδευση του σχεδίου Ανάν εξουδετέρωσε το δυνητικό πλεονέκτημα. Επέτρεψε στην Τουρκία να ξεκινήσει ενταξιακές συνομιλίες παρά την εισβολή στο νησί. Αντιστοίχως, η ανεύρεση υδρογονανθράκων το 2011 νοτίως της Κύπρου έχει διαμορφώσει κάποιες συμμαχίες. Τα κοιτάσματα όμως είναι (ακόμη) μικρά για να γείρουν την πλάστιγγα. Επειδή η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη σημασία ανευρέσεως και νέων κοιτασμάτων, αμφισβητεί και με στρατιωτικά μέσα το σύνολο σχεδόν των θαλασσίων περιοχών της κυπριακής ΑΟΖ προκειμένου να εμποδίσει τη διενέργεια νέων ερευνών.  Σήμερα:

  • η Ελλάδα, ο μόνος σύμμαχος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι πρακτικώς εξουδετερωμένη από την οικονομική κρίση.
  • Η αλαζονική Τουρκία του Ερντογάν δεν δείχνει διατεθειμένη να προβεί σε παραχωρήσεις και δεν πιέζεται από κανέναν προς αυτή την κατεύθυνση.
  • Η Ευρώπη τρέμει πιθανά νέα μεταναστευτικά ρεύματα.
  • Οι ΗΠΑ λόγω του Συριακού, του Ισλαμικού Κράτους και των Κούρδων κρατούν ισορροπίες. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αμερικανική γραφειοκρατία επί Ομπάμα υποστήριζε την πάση θυσία επίλυση του Κυπριακού διότι θεωρούσε ότι θα βοηθήσει την προσέγγιση Ισραήλ-Τουρκίας και θα δημιουργούσε ένα τοπικό σύστημα ασφαλείας στην ανατολική Μεσόγειο.
  • Τέλος, υπάρχουν και οι ισχυρές πετρελαϊκές εταιρείες που θέλουν σταθερό περιβάλλον για να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες επενδύσεις.

Ακούγεται ότι η οικονομική κρίση που βιώνει το νησί έχει περιορίσει διαφωνίες και αμβλύνει αντιστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως μπορεί να αγνοηθεί η πραγματικότητα του 76% των Ελληνοκυπρίων που ψήφισαν το 2004 κατά του σχεδίου Ανάν. Οι όροι του νέου σχεδίου θα πρέπει να είναι, εάν όχι ριζικά διαφορετικοί, τουλάχιστον εμφανώς καλύτεροι από τους απορριφθέντες το 2004.

Δεν ξέρουμε εάν θα είναι, αλλά οφείλουμε να επισημάνουμε κάποια σοβαρά θέματα. Η διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί το βασικότερο διαπραγματευτικό χαρτί της ελληνοκυπριακής πλευράς. Οι προτάσεις για το νέο ομοσπονδιακό κράτος (και τα συνιστώντα κρατίδια) στο οποίο θα μετεξελιχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία ενέχουν τον κίνδυνο να μην υπάρχει επιστροφή στη σημερινή κατάσταση, σε περίπτωση που η προτεινόμενη λύση δεν περπατήσει. Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι η μετεξέλιξη στο νέο κράτος θα συμβεί μόνον τη στιγμή που θα συντελείται και η μεταβίβαση εδαφών στους Ελληνοκυπρίους. Τουλάχιστον να μείνουν στην ελληνοκυπριακή πλευρά κάποια από τα εδάφη. Το 2004 οι Τούρκοι το είχαν αρνηθεί.

Το θέμα της κυπριακής ΑΟΖ φαίνεται ότι είναι εκτός πλαισίου λύσεως και θα διευθετηθεί από κάποιες τεχνικές επιτροπές. Δεν πρόκειται περί τεχνικού θέματος. Η Τουρκία αμφισβητεί το σύνολο των συμφωνημένων οριοθετήσεων γύρω από το νησί και προβάλλει μία «συμφωνία» οριοθετήσεως που έχει υπογράψει με τα κατεχόμενα (δηλ. με τον εαυτό της…) τον Σεπτέμβριο του 2011. Δεν πρέπει να δούμε επανάληψη του σχεδίου Ανάν όπου στις 1.134 διεθνείς συμφωνίες που θα δέσμευαν το νέο κράτος περιλαμβάνονταν και 56 συμφωνίες που είχε «υπογράψει» το ψευδοκράτος με την Τουρκία.

Επίσης το νέο κράτος θα χρειασθεί κάποια δισεκατομμύρια ευρώ για αποζημιώσεις περιουσιών και ανεγέρσεις νέων κατοικιών προκειμένου να επιστραφούν κάποια εδάφη στην ελληνοκυπριακή πολιτεία. Χρήματα, όμως, δεν υπάρχουν στον ορίζοντα.

  1. Το διακύβευμα των διαπραγματεύσεων

Τα κατεχόμενα αποτελούν μία μαύρη τρύπα στον παγκόσμιο χάρτη. Δεν αναγνωρίζονται από κανέναν. Μέσα από τη συμφωνία λύσεως του Κυπριακού η Τουρκία αναζητεί να δώσει διεθνή υπόσταση στα κατεχόμενα.

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ο κυπριακός ελληνισμός διαπραγματεύεται τη διεθνή του υπόσταση. Αυτό είναι το διαπραγματευτικό του χαρτί, το μοναδικό διαπραγματευτικό του χαρτί. το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως τον αποκλειστικό εκπρόσωπο του νησιού. Στο νησί δεν υπάρχει άλλη διεθνής οντότητα.

Αντιστοίχως ο ελληνισμός της Κύπρου μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων προσδοκώντας να πάρει πίσω εδάφη και περιουσίες. Επομένως, η διαπραγμάτευση είναι «αναγνώριση έναντι εδάφους». Γι’ αυτό το λόγο είναι τόσο σημαντικό η διεθνής υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας να δοθεί μόνον εάν έχει εξασφαλισθεί 100% η επιστροφή εδαφών.

  1. Το σχέδιο της Τουρκίας για τις διαπραγματεύσεις

Το σχέδιο της Τουρκία είναι απλό:

  • Σε πρώτο βήμα επιδιώκει να εξουδετερώσει το μοναδικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα των Ελλήνων της Κύπρου: την επίσημη αναγνώριση.
  • Παράλληλο βήμα είναι η αναβάθμιση των κατεχομένων σε συνιστών κράτος ισότιμο με αυτό των Ελληνοκυπρίων.
  • Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των τουρκικών επιδιώξεων είναι να μην δώσουν πίσω εδάφη στον κατεχόμενο Βορρά

Το ίδιο είχε συμβεί και το 2004. Στο Μπούργκενστοκ η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε ζητήσει τα κατεχόμενα εδάφη που θα επιστρέφονταν σταδιακά στην ελληνοκυπριακή πολιτεία σε βάθος τρεισήμισυ ετών να παραδίδονταν στον ΟΗΕ. Οι Τούρκοι δεν το δέχθηκαν.

Το δεύτερο βήμα της Τουρκίας είναι μετά από κάποιο χρονικό διαστημα και οπωσδήποτε πριν την επιστροφή των εδαφών, να βρει αφορμή για να απαλλαγεί από τις συμφωνίες. Έτσι:

  • εδάφη δεν θα έχουν επιστραφεί,
  • η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα υπάρχει και
  • στη θέση της δύο συνιστώντα κράτη θα αναζητούν εναγωνίως την αναγνώριση από τη διεθνή κοινότητα.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Τουρκία επιθυμεί διατήρηση των τουρκικών στρατευμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά τη διάλυση της Κυπριακή Δημοκρατίας θα μπορεί εύκολα να επιβάλλει τη λύση που της ταιριάζει. Ουσιαστικά το μέλλον αυτού του νησιού υποθηκεύεται στην πολιτική βούληση της Τουρκίας. Είναι σαφής ο λόγος που πρέπει ανάγκη να διαφυλαχθεί πάση θυσία η κρατική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και όσα απορρέουν από αυτήν.

  1. Η ενσωμάτωση των κατεχομένων

Παρά την επί 43 χρόνια κατοχή η Τουρκία ουδέποτε ενσωμάτωσε τα κατεχόμενα στο έδαφός της. Επέλεξε κάτι πιο έξυπνο. Έστησε δομές στα κατεχόμενα εδάφη που δημιούργησαν μία επίφαση νομιμότητας και εμφάνιζαν τους κατοίκους των κατεχομένων ως λίγο-πολύ αυτονομημένους από την Τουρκία. Στην κίνηση αυτή οδηγήθηκε για δύο λόγους.

Κατ’ αρχάς μείωσε τις διεθνείς αντιδράσεις. Ενώ τα κατεχόμενα αντιμετωπίζονται από την Τουρκία ως τμήμα του νομού Μερσίνας, υποτίθεται ότι αυτοκυβερνώνται. Η Τουρκία κρύβει το στρατηγικό της ενδιαφέρον για την Κύπρο και εμφανίζεται να τα κάνει όλα αυτά αποκλειστικώς για τους Τουρκοκυπρίους. Χωρίς να κλείνει αποφασιστικά την πόρτα, άφηνει να εννοηθεί ότι προτίθεται να αποχωρήσει, εάν κάποια στιγμή βρεθεί λύση.

Κατά δεύτερο λόγο, τυχόν ενσωμάτωση των κατεχομένων θα οδηγούσε τους Ελληνοκυπρίους να επανεξετάσουν τη σχέση τους με την Ελλάδα και να σκεφτούν ακόμη και την ένωση. Σε μία τέτοια περίπτωση η Τουρκία θα διέτρεχε τον κίνδυνο να δει ελληνικό στρατό στην Κύπρο σε απόσταση αναπνοής από τα νότια παράλιά της. Αυτό θα αναιρούσε εν πολλοίς την πολιτική κατοχής του νησιού.

Αυτή ήταν η επί δεκαετίες κεμαλική αντίληψη των πραγμάτων που εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε επιτυχημένη. Η κατοχή εδάφους ενός κράτους-μέλους του ΟΗΕ δεν εμπόδισε σοβαρά την Τουρκία στις διεθνείς της σχέσεις. Το λογικό είναι να συνεχισθούν έτσι τα πράγματα.  Ο Ερντογάν, όμως, δείχνει ότι μπορεί να έχει μία άλλη οπτική των πραγμάτων. Κατατρύχεται από την αγωνία να μεγαλώσει την Τουρκία της συνθήκης της Λωζάννης. Τυχόν ενσωμάτωση των κατεχομένων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το πρώτο βήμα για την ανασύσταση της νέας οθωμανικής Τουρκίας.

Το παράδειγμα της Κριμαίας ενθαρρύνει τον τούρκο πρόεδρο. Η ενσωμάτωση της στη Ρωσία (μετά από δημοψήφισμα) αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η διεθνής κοινότητα όμως, εκούσα-άκουσα, εμφανίζεται να το έχει αποδεχθεί. Η Ρωσία δεν είναι αποσυνάγωγη του διεθνούς συστήματος. Μπορεί η Τουρκία να μην έχει τη διεθνή σημασία της Ρωσίας αλλά ο Ερντογάν θεωρεί ότι οι αντιδράσεις θα είναι περιορισμένες.

Αντιστοίχως οι ΗΠΑ θα αποφύγουν να συγκρουστούν άμεσα μαζί του για δύο λόγους. Αφ’ ενός οι αεροπορικές βάσεις της ανατολικής Τουρκίας τούς είναι απαραίτητες για τις επιχειρήσεις τους κατά του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία. Αφ’ ετέρου το διακύβευμα της περιοχής είναι ο ρόλος των Κούρδων. Θα προτιμήσουν να ασκήσουν όλες τις πιέσεις και την επιρροή τους σε αυτόν τον τομέα, θεωρώντας την Κύπρο μία διαχειρίσιμη παράπλευρη απώλεια.

Τυχόν ενσωμάτωση, όμως, θα έχει και επιπτώσεις. Το πιο δύσκολο πεδίο θα είναι αυτό των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ. Ο Ερντογάν θα συγκρουστεί με όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στο οποίο συμμετέχουν Ελλάδα και Κύπρος. Αυτό θα σημάνει το τέλος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την Τουρκία. Θα μπορούσε να αντιλεχθεί ότι ο Ερντογάν γνωρίζει πως αυτή την περίοδο δεν υπάρχει προοπτική σοβαρών ενταξιακών συνομιλιών για τη χώρα του. Αντιθέτως η ΕΕ θα είναι συγκρατημένη λόγω του φόβου μαζικής εισόδου προσφύγων και μεταναστών στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, τυχόν ενσωμάτωση θα σημαίνει ότι η Τουρκία θα απομακρυνθεί από ένα ισχυρό σύστημα εξουσίας που λαμβάνει αποφάσεις διεθνούς εμβέλειας. Θα κλείσει επί παραδείγματι η προοπτική διελεύσεως των αγωγών φυσικού αερίου από την ανατολική Μεσόγειο προς την ΕΕ μέσω Τουρκίας. Η σύγκρουση με την ΕΕ αφορά σε μείζονα αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας που είναι δύσκολο να αποφασισθεί.

Συμπερασματικά, το λογικό είναι να παραμείνουν τα κατεχόμενα στη σημερινή ιδιάζουσα κατάσταση. Είναι κάτι που διευκολύνει την Τουρκία. Επειδή, όμως, ο ορθολογισμός δεν επικρατεί πάντα ούτε στη ζωή ούτε στις διεθνείς σχέσεις, υπάρχει μικρή πιθανότητα ενσωματώσεως των κατεχομένων στην Τουρκία λόγω του μεγαλοϊδεατισμού Ερντογάν. Η πιθανότητα αυτή αυξάνει σημαντικά μόνον σε περίπτωση που οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Τουρκίας διακοπούν με ευρωπαϊκή πρωτοβουλία. Είναι κάτι που Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να αποτρέψουν σε αυτή τη φάση.

  1. Πολιτική και Πολιτικοί στην Κύπρο

Τα προαναφερόμενα είναι κάποια από τα σοβαρά προβλήματα Πολιτικής στο Κυπριακό. Θα περίμενε κανείς ότι οι πολιτικοί που τα διαχειρίζονται, θα αντιλαμβάνονταν την κρισιμότητα των στιγμών και θα λειτουργούσαν με νηφαλιότητα. Αντ’ αυτού οι διαφορετικές απόψεις, όσο σοβαρές και επιστημονικά εδραίες και εάν είναι, αποσκορακίζονται με ταμπελίτσες: υπερπατριώτες, ενδοτικοί, απορριπτικοί, ναιναίκοι. Σε μία θλιβερή επανάληψη του 2004 είμαστε ξανά στο ίδιο έργο θεατές ενώ όλοι βουλιάζουμε στον ίδιο βάλτο.

Το διακύβευμα όσων συζητούνται σε αυτή τη φάση των διαπραγματεύσεων (φάση που ξεκίνησε το 2015) ξεπερνά τα όρια των επόμενων προεδρικών εκλογών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις οφείλουμε να βρισκόμαστε δίπλα στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο συγκεκριμένα: δίπλα στον εκάστοτε Πρόεδρο). Το κύριο μέλημά μας τώρα πρέπει να είναι να τον βοηθήσουμε να διαμορφώσει ένα σχέδιο λύσεως που να μπορεί να περάσει σε δημοψήφισμα από τον κυπριακό Ελληνισμό.

Πρέπει, όμως κι εκείνος να καταλάβει ότι δεν είναι προσωπικό του παιχνίδι. Στις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις δεν συζητείται μόνον η επιστροφή της Μόρφου ή δημιουργία «πάρκων» για το Ριζοκάρπασο. Η Τουρκία προσπαθεί να δημιουργήσει το πλαίσιο για τη νέα Πολιτική της στην ανατολική Μεσόγειο. Μία Πολιτική που επηρεάζει άμεσα τον Ελληνισμό σε Ελλάδα και Κύπρο. Εάν οι όροι που διαμορφώνονται δεν περνούν σε δημοψήφισμα, ο Πρόεδρος δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε  συμφωνία. Διότι όλα αυτά που θέλει να αποφύγει με τη διαπραγμάτευση (αναγνωρίσεις ψευδοκράτους ακόμη και η απομακρυσμένη πιθανότητα ενσωματώσεως των κατεχομένων στην Τουρκία), θα τα βρούμε μπροστά μας μετά την απόρριψη για δεύτερη φορά ενός σχεδίου επιλύσεως του Κυπριακού.

7. Ως επίλογος: υπάρχει προοπτική ανατροπής του αρνητικού ισοζυγίου για τον Ελληνισμό στην ανατολική Μεσόγειο;

Αυτή η πτυχή της ελληνικής στρατηγικής είναι η πλέον δύσκολη διότι αφορά στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα Κύπρο. Σε παλαιότερη μελέτη[1] είχαν αναφερθεί οι ακόλουθες πιθανές προοπτικές επιλύσεως του Κυπριακού:

(α) Δημιουργία διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας: Πρόκειται περί της λύσεως που έχει υιοθετηθεί από τον ΟΗΕ. Υποτίθεται ότι στόχος αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους (που θα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία θα παραμείνει ενιαία και αδιαίρετη), όπου οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν αυξημένη προστασία και συνακόλουθα δικαιώματα.

Μειονέκτημα:

  • Το Σχέδιο Ανάν ήταν μία μορφή ομοσπονδιακού κράτους. Οι προβλέψεις του οδηγούσαν σε ένα υβριδικό διεθνές μόρφωμα, δυσλειτουργικό, εύκολα χειραγωγούμενο από την Τουρκία, με πολίτες δύο κατηγοριών αναλόγως της εθνικής τους καταγωγής και με έτοιμα σημεία διαφωνιών και εντάσεων. Μελλοντικές προτάσεις μπορεί να περιέχουν επί μέρους βελτιώσεις στη λειτουργικότητα του κράτους, στην ασφάλεια ή στις εγγυήσεις για εφαρμογή των συμπεφωνημένων. Το βασικό πλαίσιο, όμως, που καθορίσθηκε με το Σχέδιο Ανάν θα παραμείνει το ίδιο.

(β) Αποδοχή των τετελεσμένων με δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών: Αυτό σημαίνει οριστική αποδοχή των τετελεσμένων του 1974 και νομιμοποίηση του Αττίλα με τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών. Ως αντιστάθμισμα της νομιμοποιήσεως θα μπορούσαν να δοθούν στην ελληνοκυπριακή πλευρά τμήματα εδαφών που μετά το 1974 τελούν υπό τουρκική κατοχή, και πιο συγκεκριμένα τα εδάφη που σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν θα επιστρέφονταν στους Ελληνοκυπρίους. Τα περιουσιακά δικαιώματα θα γίνονταν σεβαστά και στα δύο κράτη, ανεξαρτήτως ιθαγένειας των δικαιούχων.  Κατά την προτιμότερη από ελληνικής πλευράς εκδοχή, το κατεχόμενο τμήμα (ως ανεξάρτητο κράτος) θα μπορούσε να ενταχθεί ακολούθως στην ΕΕ. Σε αντίθετη περίπτωση, αργά η γρήγορα θα ενωθεί με την Τουρκία.

Μειονεκτήματα:

  • Οι Τούρκοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν έστω και μικρό τμήμα των κατεχομένων εδαφών. Το πλέον πιθανόν σε μία τέτοια περίπτωση θα είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά να προσφέρει νομιμοποίηση και να μην πάρει ως αντάλλαγμα ούτε σπιθαμή κατεχομένου εδάφους.
  • Η ΕΕ δύσκολα θα αποδεχόταν στους κόλπους της ένα τουρκοκυπριακό κράτος το οποίο θα λειτουργεί ως η μακρά χειρ της Άγκυρας (πιέζοντας π.χ. για σύντομη τουρκική ένταξη).
  • Θα πρέπει να αναμένεται ότι στην τουρκοκυπριακή περιοχή θα αυξηθεί ο αριθμός των εποίκων, με αποτέλεσμα να αλλάξουν μακροπρόθεσμα τα πληθυσμιακά δεδομένα στο νησί.

(γ) Η «μη λύση» ως λύση: Ύστερα από τόσα χρόνια άκαρπων συνομιλιών με την άλλη πλευρά και με δεδομένη την πρόταση λύσεων από πλευράς ΟΗΕ που είτε καθιστούν ομήρους τους Ελληνοκυπρίους στους Τουρκοκυπρίους είτε ναρκοθετούν την ευμάρεια του ελεύθερου τμήματος, ετέθη ως λύση η «μη λύση», δηλαδή η διαιώνιση της παρούσας καταστάσεως. Αυτό σημαίνει ότι, παρά το επίπεδο των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών, δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή de jure η τουρκική εισβολή και τα αποτελέσματά της. Μέσω της διαιωνίσεως του προβλήματος θα δημιουργούνται προβλήματα αφ’ ενός στην Τουρκία, που θα βρίσκει ως συνεχές εμπόδιο το Κυπριακό στην ευρωπαϊκή πορεία, και αφ’ ετέρου στους Τουρκοκυπρίους, που, όσο θα ανέχονται ηγέτες που είναι παραλλαγές του Ντενκτάς, δεν θα μπορούν να απολαμβάνουν τα αγαθά της ευημερίας της ΕΕ. Ταυτοχρόνως, θα συνεχίζεται η υπενθύμιση της παραβιάσεως κανόνων του διεθνούς δικαίου και της εισβολής και κατοχής σε κράτος-μέλος του ΟΗΕ. Με δεδομένες τις αγκυλώσεις γύρω από το Κυπριακό και την έλλειψη ηγετών που θα θελήσουν να πάρουν αποφάσεις ριζοσπαστικές και καινοτόμες, η λύση της «μη λύσεως» προβάλλει ως η πλέον πιθανή προοπτική για τα επόμενα χρόνια.

Μειονεκτήματα:

  • Η «μη λύση» μπορεί εύκολα να διολισθήσει προς εμπέδωση των κατοχικών δεδομένων στα Κατεχόμενα και σταδιακή (αν και όχι πλήρη) νομιμοποίηση της «ΤΔΒΚ». Για αυτό τον λόγο η «μη λύση» είναι μεταξύ των αποδεκτών για την Τουρκία επιλογών
  • Η Τουρκία θα μεταφέρει στο νησί και άλλους εποίκους, αλλάζοντας σημαντικά εις βάθος χρόνου τις πληθυσμιακές αναλογίες.

(δ)  Επανατοποθέτηση του Κυπριακού σε μηδενική βάση: Είναι προφανές ότι οι συνομιλίες Ελληνοκυπρίων με Τουρκοκυπρίους είναι εδώ και χρόνια προσχηματικές. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να διακόψει εντελώς τις διαπραγματεύσεις και να προσπαθήσει να θέσει το θέμα από μηδενική βάση. Στόχος θα ήταν η δημιουργία σε εσωτερικό επίπεδο ενός νέου κράτους, που δεν θα επηρέαζε τη νομική προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με υιοθέτηση νέου σύγχρονου Συντάγματος και κρατικής οργανώσεως χωρίς την τροχοπέδη των ζυριχικών συμφωνιών.[2] Σε μία τέτοια περίπτωση, η πρόβλεψη για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων θα ήταν αυτή της προστασίας των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων που απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες στις πολιτισμένες και δημοκρατικές χώρες του κόσμου, και ιδίως της Ευρώπης. Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της Κύπρου, η προστασία αυτή θα έπρεπε να είναι αυξημένη και να συνοδεύεται και από συμμετοχή τους στην εξουσία, που δεν θα καθιστούσε όμως απαγορευτική τη λειτουργία του κράτους. Κάτι τέτοιο θα εσήμαινε ότι όλες οι κατά καιρούς μονομερείς υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς θα έπαυαν να τη δεσμεύουν (περιλαμβανομένης και της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας).

Μειονεκτήματα:

  • Θα υπάρξει από έντονη ενόχληση έως ακόμη και ρήξη με τη διεθνή κοινότητα, που επί χρόνια έχει βολευθεί με την προοπτική της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας θα καθορίσουν από κοινού (και όχι μονομερώς) οι δύο κοινότητες του νησιού.
  • Θα αντιδράσει έντονα και η Τουρκία, η οποία, μεταξύ άλλων, θα εκμεταλλευθεί πολιτικά το γεγονός ως απόδειξη της αδιαλλαξίας των Ελληνοκυπρίων.
  • Θα απορρίψει τις ελάχιστες κοινές παραδοχές που έχουν επιτευχθεί ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κατά τη διάρκεια των επί δεκαετίες διακοινοτικών συνομιλιών. Αυτό ως γεγονός θα ενοχλήσει έντονα την τουρκοκυπριακή πλευρά.

(ε) Η αλλαγή των δεδομένων λύσεως του Κυπριακού μετά το 2011: Η ανεύρεση μεγάλων ενεργειακών πηγών στην ανατολική Μεσόγειο το 2011 αλλάζει σε μεγάλο βαθμό τα δεδομένα λύσεως της Κυπριακού που ίσχυαν μετά το 1974. Κάποιο τμήμα της ελληνικής πλευράς φαίνεται να πιστεύει ότι τα κυπριακά ενεργειακά κοιτάσματα μπορούν να λειτουργήσουν ως δέλεαρ προς τους Τούρκους για να βρεθεί λύση. Πρόκειται περί ευσεβούς πόθου. Η Τουρκία θα δεχόταν να βοηθήσει, μόνον εάν ενδιαφερόταν για την ευημερία των Τουρκοκυπρίων και δεν έβλεπε την Κύπρο στρατηγικά. Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η Τουρκία δεν θα αρκεσθεί να «συμμετέχει» στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών διά των Τουρκοκυπρίων. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι τελευταίοι θα απολάμβαναν των ωφελημάτων ως κάτοικοι ενός άλλου ανεξάρτητου κράτους. Η Τουρκία θα θελήσει να εμπλακεί άμεσα στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών που έχουν βρεθεί νοτίως του νησιού. Αυτό σημαίνει ότι θα επιχειρήσει να προσαρμόσει το όποιο σχέδιο λύσεως στη νομιμοποίηση της άμεσης εμπλοκής της στον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων της Κύπρου.

Η ανεύρεση κοιτασμάτων που βρίσκονται τυχαίως στο νότιο τμήμα του νησιού, που ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία, είναι όντως πολύ σημαντική αλλά για διαφορετικό λόγο. Δίνει τη δυνατότητα στον ελληνικό παράγοντα να προχωρήσει σε μία στρατηγική κίνηση, φτιάχνοντας έναν ενεργειακό διάδρομο (π.χ. αερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος) Κύπρου-Ελλάδος προς την Ευρώπη (και θεωρητικώς από την Ευρώπη προς τη Μέση Ανατολή). Υπενθυμίζεται ότι κατά τη δεκαετία του 2010 η Ευρώπη εξαρτάται αποκλειστικώς από ενεργειακές πηγές που είτε προέρχονται από τη Ρωσία είτε διέρχονται από τα εδάφη της Τουρκίας. Είναι προφανές ότι συμφέρει την ελληνική πλευρά ο έλεγχος των κοιτασμάτων από τη σημερινή «ελληνική» Κυπριακή Δημοκρατία παρά από ένα μόρφωμα (παρόμοιο με αυτό που προδιέγραφε το Σχέδιο Ανάν) εν δυνάμει ενεργούμενο της Τουρκίας. Η εμπλοκή της Ευρώπης σε ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να είναι αυτονόητη.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ως αυτονόητη η υιοθέτηση ενός κοινού οράματος για την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου.

Το κοινό όραμα δεν αποκλείει την πιθανή άσκηση ξεχωριστών πολιτικών (υπό την έννοια των τακτικών κινήσεων) από τα δύο κράτη για την υλοποίησή του.

[1] Συρίγος, Το σχέδιο Ανάν-κληρονομιές του παρελθόντος και προοπτικές του μέλλοντος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2005, σελ. 495-508. Επίσης είχαν απορριφθεί ως ανεφάρμοστες οι σκέψεις α. για επιστροφή στο καθεστώς της Ζυρίχης και του Λονδίνου, β. ένωση με την Ελλάδα / διπλή ένωση και γ. έναρξη απελευθερωτικού αγώνα στο νησί.

[2] Προς αντίστοιχη κατεύθυνση έτεινε και η πρόταση ομάδας διεθνολόγων που προχώρησε στην εκπόνηση ενός Πλαισίου αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Στο Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων συμμετείχαν οι καθηγητές Andreas Auer (Ελβετία), Mark Bossuyt (Βέλγιο), Peter Burns (Καναδάς), Alfred De Zayas (ΗΠΑ), Silvio-Marcus Helmons (Βέλγιο). Γιώργος Κασιμάτης (Ελλάδα), Dieter Oberndoerfer (Γερμανία), Malcom Shaw (Βρετανία). Το Συμβούλιο συνεκλήθη από την Επιτροπή για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο και δημοσίευσε τα συμπεράσματά του τον Σεπτέμβριο του 2005.

  • Τελευταία ενημέρωση 11.04.2017

One comment

  1. Επισήμανση για την δεύτερη υποσημείωση που αφορά την σύνθεση της επιτροπής

    Σύνθεση Διεθνούς Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων*

    1. Professor Auer Andreas, Switzerland
    Professor of Constitutional Law, University of Geneva
    2. Professor Bossuyt Mark, Belgium
    Professor of International Law, University of Antwerp
    3. Professor Burns Peter, Canada
    Former Dean of the UBC Law Faculty,
    Professor of Law, University of British Columbia, Vancouver
    4. Professor Dr. Alfred De Zayas, United States of America
    Geneva School of Diplomacy
    Former Secretary, UN Human Rights Committee
    5. Professor Helmons Silvio-Marcus, Belgium
    Emeritus Professor of Universite Catholique de Louvain, Public International Law and Human Rights
    6. Professor Dr. Dr.h.c. Oberndoerfer Dieter, Germany
    Professor Emeritus, Political Science, University of Freiburg
    7. Professor Malcolm N Shaw QC, United Kingdom
    The Sir Robert Jennings Professor of International Law, University of Leicester

    Τα μέλη της Επιστημονικής Ομάδας της Πανελλήνιας Επιτροπής για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο που συμμετείχαν στο διεθνές συμβούλιο:

    1. Γιώργος Κασσιμάτης, Πρόεδρος της Επιτροπής, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
    2. Παναγιώτης Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων
    3. Στέλιος Περράκης, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου
    4. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης Αναπλ. Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής
    5. Περικλής Νεάρχου, Φιλόλογος, Συντονιστής της Ομάδας
    ————————-
    *Σε μερικές συνεδριάσεις συμμετείχαν, επίσης ο Δικαστής Λουκής Λουκαϊδης και μέλη του «Διεθνούς Συνδέσμου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*