Το σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού σε έναν πολυπολικό κόσμο

Link

Κωνσταντίνος Γρίβας

Κυπριακό: Στην κόψη του ξυραφιού

Υπεύθυνες Απόψεις

Προς Απανταχού Πολίτες και Πολιτικούς

Οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν μια ανεξάρτητη και ισχυρή Κύπρο και μια αποδυναμωμένη Τουρκία

Οι διεθνείς πιέσεις για τη «Λύση» του Κυπριακού εκφράζουν μια απερχόμενη ιστορική πραγματικότητα

Kypriako stin kopsi tou xyrafiou 1a mapΕίναι δεδομένο ότι οι σχεδιασμοί για την επίλυση του Κυπριακού υπάγονται στα ζητήματα υψηλής στρατηγικής (grand strategy). Επιπροσθέτως, το Κυπριακό είναι ένα θέμα υψηλής στρατηγικής όχι μόνο για τις χώρες που εμπλέκονται άμεσα σε αυτό αλλά και σχεδόν για όλα τα κράτη της περιοχής καθώς και για τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις. Αυτό συμβαίνει λόγω της κεντρικής θέσης της Ανατολικής Μεσογείου στην «Παγκόσμια Νήσο» (‘World Island’), δηλαδή στο σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, σύμφωνα με την αγγλοσαξονική γεωπολιτική ορολογία και την κομβική θέση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο. Άρα, το ποιος θα ασκεί έλεγχο στη Μεγαλόνησο, σε ποιες συμμαχίες αυτή θα υπάγεται, με ποιον θα συνεργάζεται κοκ, είναι ερωτήματα κρίσιμης σημασίας, οι απαντήσεις στα οποία θα έχουν σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του παγκόσμιου γεωπολιτικού χάρτη.

Εξυπακούεται λοιπόν ότι η χώρα που πρωτίστως ενδιαφέρεται για αυτό το ζήτημα, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, θα έπρεπε πρωτίστως να αντιμετωπίζει τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού ως το κορυφαίο ζήτημα υψηλής στρατηγικής για αυτήν και να συμπεριφέρεται ανάλογα. Πράγμα που δυστυχώς δεν δείχνει να κάνει, με αποτέλεσμα να έχουμε οδηγηθεί σε πολύ επικίνδυνες καταστάσεις.

Αναλυτικότερα, η διαμόρφωση μιας υψηλής στρατηγικής για μια χώρα θα πρέπει να διέπεται από ορισμένους βασικούς κανόνες. Ο πρώτος εξ αυτών είναι η ρεαλιστική ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και ιδιαίτερα των συστημικών δομών μέσα στις οποίες λειτουργεί η χώρα αυτή και ο δεύτερος η αποδοχή του μακρόπνοου χαρακτήρα των αποφάσεων που θα ληφθούν.

Αν αυτό ισχύει μια φορά για ένα οποιοδήποτε κράτος του πλανήτη, ισχύει δέκα φορές για την Κύπρο, δεδομένου ότι βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και σύνθετο γεωσύστημα πολύ μεγάλης σημασίας για τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά συνέπεια, μονοδιάστατες απόψεις, εκτιμήσεις και διακηρύξεις για τη λύση του Κυπριακού που βασίζονται στην όποια διάθεση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στα Κατεχόμενα να βρει ένα modus Vivendi με την Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να προκύψει κάποιας μορφής επανένωση της Μεγαλονήσου, θα είχαν νόημα μόνον εάν η Κύπρος βρισκόταν κάπου στο μέσον του Ειρηνικού. Στην πραγματικότητα, αφού η Κύπρος βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, δηλαδή πλησίον της Τουρκίας και δεδομένης της εθνοτικής ταυτότητας και εθνικής συνείδησης των Τουρκοκυπρίων, οποιοδήποτε σχέδιο «λύσης» από αυτά που συζητούνται και προβλέπουν τη δημιουργία μιας διζωνικής «ομοσπονδίας», ουσιαστικά θα μετατρέψει το τουρκοκυπριακό «συνιστών» κομμάτι σε ένα είδος γεωπολιτικού αντάπτορα έτσι ώστε να «κουμπώσει» η «ενωμένη» πλέον Κύπρος πάνω στην Τουρκία και να καταστεί εξάρτημά της.

Ακόμη και υπό τις καλύτερες των προθέσεων και προϋποθέσεων, εάν μια μικρή γεωπολιτική οντότητα, εν προκειμένω η Κύπρος, αποκτούσε μια τόσο στενή σχέση με μια μεγάλη γεωπολιτική οντότητα, εν προκειμένω την Τουρκία, με την οποία βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στη γεωγραφική αγκαλιά της, είναι δεδομένο ότι θα εντασσόταν στην τροχιά της ή στη χειρότερη των περιπτώσεων θα ενσωματωνόταν πλήρως από αυτήν.

Ο μόνος τρόπος για να μην συμβεί κάτι παρόμοιο, θα ήταν το σχέδιο λύσης να προέβλεπε την ισότιμη ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων πολιτών σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο κυπριακό κράτος. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά εκτός πραγματικότητας και ίσως είχαν κάποιο νόημα να συζητηθούν εάν η Κύπρος βρισκόταν σε ένα απομονωμένο δικό της σύμπαν και όχι δίπλα στην Τουρκία και σε μια από τις κομβικές περιοχές του διεθνούς συστήματος.

Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν δείχνει να προβληματίζει ιδιαίτερα τους υποστηρικτές της εξεταζόμενης «λύσης» τόσο στην Κύπρο όσο και την Ελλάδα. Ένας από τους λόγους που συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι γιατί ορισμένοι εξ αυτών θεωρούν ότι αυτή είναι η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ε.Ε. και δεδομένης της απόλυτης και άκριτης ταύτισής τους με αυτούς τους διεθνείς παράγοντες, κρίνουν ότι αυτοί «ξέρουν καλύτερα». Ακόμη όμως και στο πλαίσιο αυτής της ξενόδουλης ανάγνωσης των εξελίξεων θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η ερμηνεία αυτή είναι πράγματι ορθή.

Η απάντηση είναι εύκολο να δοθεί. Όχι.

Μια «ενωμένη» Κύπρος, που θα είχε συνδεθεί πολύ στενά με την Τουρκία, θα αναβάθμιζε δραματικά το γεωπολιτικό ρόλο της τελευταίας, επιτρέποντάς της να ασκεί προνομιακό έλεγχο στην Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτό είναι κάτι που δεν το θέλει κανένας. Και πρωτίστως, η Δύση.

Αυτό ισχύει γιατί το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε μια φάση ταχείας και βίαιης μετατροπής του σε πολυπολικό (multipolar) από εικονικά μονοπολικό (unipolar) που ήταν όσο κυριαρχούσε η μαγική εικόνα της αμερικανικής παντοδυναμίας. Γνωρίζω ότι ο ισχυρισμός αυτός στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται με έντονο σκεπτικισμό ή ακόμη και με οργή και περιφρόνηση από πολλούς, δεδομένου ότι κυριαρχεί ένα μέγεθος που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «λατρευτικό αντιαμερικανισμό». Δηλαδή, μπορείς να ασκείς όση κριτική θες για τους Αμερικανούς και τις επιλογές τους, να τους κατακρίνεις, να τους λοιδορείς και να τους υβρίζεις όσο τραβάει η όρεξή σου, προς Θεού όμως μην αμφισβητήσεις την παντοδυναμία τους. Αυτό αντιμετωπίζεται περίπου ως έγκλημα καθοσιώσεως. Υπάρχει περίπου θρησκευτική λατρεία για την αμερικανική ισχύ και το γεγονός αυτό μας οδηγεί σε εξαιρετικά λανθασμένα συμπεράσματα για τον ρόλο και τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται από τα πρόσφατα γραπτά ανθρώπων σαν τον Χένρι Κίσσινγκερ και τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, η μέχρι τώρα πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι των μεγάλων ευρασιατικών δυνάμεων, που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση «εναντίον όλων», έχει οδηγήσει σε μια αντιαμερικανική συσπείρωση τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, με προεξάρχουσες τη Ρωσία και την Κίνα, με αποτέλεσμα να έχει προκύψει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας «υπέρ – υπερδύναμης» (hyperpower) στην Ευρασία που απειλεί να εξελιχθεί, σε βάθος χρόνου, σε έναν νέο παγκόσμιο ηγεμόνα, θέτοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν μη αναστρέψιμο περιφερειακό ρόλο. Για να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο, απαιτείται η εθελούσια κάθοδος των ΗΠΑ από τον (φαντασιακό) θρόνο του παγκόσμιου ηγεμόνα, έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται ο κύριος παράγοντας που ωθεί τις ευρασιατικές χώρες σε μια αντιαμερικανική συμμαχία και να βγουν ξανά στην επιφάνεια τα ανταγωνιστικά στοιχεία στις μεταξύ τους σχέσεις. Εάν πράγματι προκύψει αυτή η αποσυσπείρωση της Ευρασίας, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να αξιοποιήσουν την απομακρυσμένη τους θέση, που δεν τις φέρνει σε άμεση αντιπαράθεση με κανένα από τα ευρασιατικά κράτη και να εφαρμόσουν μια νεοβεστφαλιανή πολιτική «διαίρει και βασίλευε», σαν αυτή που ακολουθούσε η Μεγάλη Βρετανία στο ευρωπαϊκό σύστημα μετά τη συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914. Η πολιτική αυτή συμπυκνώνεται με τον καλύτερο τρόπο στην ιστορική ρήση του Πάλμερστον, ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν έχει αιώνιους φίλους ούτε μόνιμους εχθρούς αλλά αιώνια συμφέροντα. Και το βασικό της συμφέρον ήταν να αποτρέψει τη δημιουργία μιας ενιαίας και κυρίαρχης δύναμη στην Ευρώπη. Έτσι, με επιλεκτικές και μη μόνιμες και δεσμευτικές συμμαχίες και αντιπαλότητες κατάφερνε να διατηρεί την Ευρώπη διαιρεμένη ώστε να παίζει αυτή πρωτεύοντα ρόλο.

Την ίδια πολιτική φαίνεται πως θα επιδιώξουν να ακολουθήσουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, για να μπορέσουν να διεκδικήσουν την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία εκ νέου, θα πρέπει να απαρνηθούν την πολιτική «εναντίον όλων», δηλαδή να αποδεχθούν ένα πολυπολικό σύστημα. Αυτήν την αποστολή εκτιμάται ότι καλείται να φέρει εις πέρας ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, με πρώτο βήμα την προσέγγιση με τη Ρωσία, έτσι ώστε να διασπαστεί ο σινορωσικός άξονας και να απομονωθεί το Πεκίνο. Σε αντίθεση με ότι έχει επικρατήσει να πιστεύεται, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν δείχνει να είναι μια «αντισυστημική» πρόταση αλλά η επιλογή του «σιωπηλού κατεστημένου» των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτού που συνεχίζει να λειτουργεί με ρεαλιστικές και ψυχρές αναγνώσεις του διεθνούς περιβάλλοντος και του ιστορικού γίγνεσθαι, προωθώντας τα μακρόπνοα αμερικανικά συμφέροντα.

Εις βάρος λοιπόν των δοξασιών των λατρευτών της αμερικανικής παντοδυναμίας φαίνεται πως το πολυπολικό διεθνές σύστημα ήλθε για να μείνει και αυτό αποτελεί και στρατηγική επιλογή των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Και σε αυτό το διαμορφούμενο πολυπολικό σύστημα λειτουργούν η Τουρκία και η Κύπρος.

Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΙΜΗ ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΜΟΡΦΟΥΜΕΝΟ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Εδώ και χρόνια η Τουρκία διεκδικεί για τον εαυτό της ρόλο σε αυτό το διαμορφούμενο διεθνές σύστημα. Δεν περιορίζεται καν σε κάποιον ρόλο περιφερειακής δύναμης αλλά επιδιώκει να εξελιχθεί σε μια «ημιπαγκόσμια» ευρασιατική δύναμη, θεωρώντας ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία με χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία. Παρεμπιπτόντως, αυτό σημαίνει ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε να δεχθεί μια λύση του Κυπριακού που δεν θα έθετε την Κύπρο στην αναντίρρητη σφαίρα επιρροής της. Παρόμοιες «μεγαλοθυμίες» απλά δεν είναι αποδεκτές από φιλόδοξες δυνάμεις, για τις οποίες είναι ζωτικής σημασίας το να ασκούν κυριαρχία στο εγγύς τους χώρο.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι βασικό στοιχείο των πολυπολικών συστημάτων είναι πως η «παλαιά φρουρά», δηλαδή οι υπάρχουσες μεγάλες δυνάμεις, επ’ ουδενί δεν θέλουν την προσθήκη νέων παικτών. Και αυτό γιατί μειώνεται η πίτα και αυξάνει η πολυπλοκότητα, ανατρέποντας υπάρχοντες σχεδιασμούς και προκαλώντας ανασφάλεια. Καταρχήν λοιπόν, κανένας από τους υπάρχοντες ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος δεν θα ήθελε μια ισχυρή Τουρκία. Και η ισχύς της θα αυξηθεί επικίνδυνα σε περίπτωση «λύσης» του Κυπριακού με τον τρόπο που συζητιέται και ο οποίος θα τοποθετήσει την Κύπρο στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας, ενισχύοντας δραματικά τις δυνατότητες ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου.

Ιδιαίτερα δε θα προβλημάτιζε τις Ηνωμένες Πολιτείες η ύπαρξη μιας πολύ ισχυρής Τουρκίας, που θα είχε τη δική της ατζέντα και θα χρησιμοποιούσε τη θέση της στο ΝΑΤΟ ώστε να εκβιάζει τη Δύση, απειλώντας με συμμαχία με τη Ρωσία, το Ιράν ή άλλες χώρες. Στην πραγματικότητα, αυτό θα ίσχυε ακόμη και αν στη θέση της Τουρκίας βρισκόταν μια χώρα με τα εθνοτικά, πολιτισμικά και ιστορικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Βρετανίας. Ακόμη και έτσι, όσο το δυνατόν πιο αδύναμες είναι οι χώρες που βρίσκονται σε κρίσιμα σημεία του διεθνούς συστήματος και μπορούν να ακολουθήσουν πολλές πορείες όσον αφορά τις συμμαχίες και συνεργασίες τους, τόσο το καλύτερο για την Ουάσιγκτον. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που η ιδιαίτερη γεωπολιτισμική ταυτότητα της σημερινής Τουρκίας την έχει καταστήσει αδιάφανη και εξαιρετικά απρόβλεπτη αναφορικά με τις μελλοντικές της επιλογές. Άρα λοιπόν, το στρατηγικό συμφέρον της Ουάσιγκτον είναι μια αποδυναμωμένη Τουρκία έτσι ώστε, αν μη τι άλλο, να μην μπορεί να κάνει μεγάλη ζημιά σε περίπτωση που οι σχέσεις της με τη Δύση διαρραγούν ολοκληρωτικά και απόλυτα, όπως είναι εξαιρετικά πιθανόν να συμβεί στο προσεχές μέλλον.

Ούτε φυσικά η Ε.Ε. εν συνόλω ή ισχυρά κράτη σε αυτήν, όπως η Γερμανία, θα ήθελαν μια υπερβολικά ισχυρή Τουρκία, που θα είχε υπό τον έμμεσο ή άμεσο έλεγχο της την Κύπρο. Και αυτό γιατί, μεταξύ των άλλων, σε αυτήν την περίπτωση τα ενεργειακά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, που θα μπορούσαν να μειώσουν την ενοχλητική ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, θα ελέγχονταν σε σημαντικό βαθμό από την Τουρκία, κάτι που ουδόλως επιθυμούν τα ευρωπαϊκά κράτη, ενώ διαμέσου της τουρκοκυπριακής ομόσπονδης «συνιστώσας πολιτείας» η Τουρκία θα είχε λόγο και επιρροή στα τεκταινόμενα της Ε.Ε.

Εξυπακούεται πως ούτε το Ισραήλ θα ήθελε να τεθεί υπό την ομηρία μιας δεσπόζουσας στην Ανατολική Μεσόγειο Τουρκίας, παρόλο που δείχνει να επιδιώκει να επαναδημιουργήσει ένα modus Vivendi με την Άγκυρα και πολύ περισσότερο δεν θα το ήθελε η Αίγυπτος, οι σχέσεις της οποίας με την Τουρκία είναι σχεδόν ξεκάθαρα εχθρικές και ο ανταγωνισμός τους θα ενταθεί στο μέλλον, μιας και οι δύο διεκδικούν ρόλο κυρίαρχης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο και ηγέτιδας δύναμης των μουσουλμανικών κρατών της περιοχής.

Μια υπερβολικά ισχυρή Τουρκία δεν θα ήταν επιθυμία ούτε του Ιράν, που είναι φύσει και θέση ανταγωνιστής της, και φυσικά ούτε της Ρωσίας. Η Μόσχα, αν και έχει προχωρήσει σε μια τακτική συνεργασία με την Τουρκία, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν μια Κύπρος υπό τη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας, η οποία, μεταξύ των άλλων, θα έθετε τη μεγάλη της γεωπολιτική επένδυση στη Συρία εν κινδύνω. Και βέβαια, τα ανταγωνιστικά ιστορικά και γεωπολιτικά στοιχεία στις ταυτότητες των δύο χωρών παραμένουν και αργά ή γρήγορα θα ξαναβγούν στην επιφάνεια.

Σε κάθε περίπτωση, όλες αυτές οι χώρες αλλά και πολλές άλλες ΔΕΝ θα ήθελαν μια υπερβολικά ισχυρή Τουρκία, που θα προέκυπτε από την άτυπη (ή και τυπική…) ενσωμάτωση της Κύπρου στο γεωπολιτικό της δυναμικό, σε περίπτωση υλοποίησης κάποιου από τα σχέδια «λύσης» που συζητούνται.

Και ενώ κανένας δεν θα ήθελε μια ισχυρή Τουρκία, όλοι σχεδόν θα ήθελαν μια ευημερούσα και ισχυρή Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό είναι, επίσης, μια άμεση συνέπεια της μετατροπής του διεθνούς συστήματος σε πολυπολικό. Συγκεκριμένα, χώρες όπως η Κύπρος λειτουργούν ως κράτη – αναχαιτιστές ή, για να το πούμε πιο γλαφυρά, ως «κράτη – κόφτες» ενάντια στις φιλοδοξίες κοντινών τους  δυνάμεων. Δηλαδή, κράτη όπως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, τα μεγέθη των οποίων αποκλείουν, εκ των πραγμάτων, τη μετατροπή τους σε περιφερειακές δυνάμεις, και τα οποία βρίσκονται δίπλα σε αναθεωρητικές ισχυρές χώρες, εξ αντικειμένου περιορίζουν τις φιλοδοξίες των τελευταίων αν διατηρούνται εκτός της σφαίρας επιρροής τους και λειτουργούν υπέρ των συμφερόντων της «παλαιάς φρουράς». Παρεμπιπτόντως, για να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε παρόμοιο ρόλο μια χώρα σαν την Κύπρο, θα πρέπει να λειτουργεί αυτόνομα και αυτόφωτα και να μην δεσμεύεται με καμία δύναμη, στο πλαίσιο λογικών «ανήκειν» στο γεωπολιτικό δυναμικό κάποιου ισχυρού παράγοντα γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα προκαλέσει την εχθρότητα των άλλων δυνάμεων. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη μιας πλήρως ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, που δεν θα έχει χάσει την κρατική της υπόσταση για να μετατραπεί σε «συνιστώσα πολιτεία» μιας «ομοσπονδίας», μετατρεπόμενη έτσι σε γεωπολιτική προέκταση της Τουρκίας, είναι κάτι το επιθυμητό από όλες τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής ισορροπιών που χτίζεται μέσα στο διαμορφούμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα.

Εδώ, βέβαια, προκύπτει το ερώτημα ότι αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο τότε για ποιον λόγο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν να πιέζουν για «λύση» του Κυπριακού με όρους που θα ευνοούν την Άγκυρα, όπως και διάφορες ομάδες πίεσης μέσα σε ευρωπαϊκές χώρες. Η απάντηση σε αυτό είναι ότι η αλλαγή στον ιστορικό χρόνο ήταν τόσο απότομη που οι βραδυκίνητες, άκαμπτες και χωρίς φαντασία γραφειοκρατίες της Ουάσιγκτον και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, δεν έχουν προλάβει να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα και προωθούν αναχρονιστικούς σχεδιασμούς. Σε αντίθεση με ότι πιθανώς πιστεύεται, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Ιδιαίτερα δε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Τζωρτζ Κένναν, ο άνθρωπος που σχεδίασε τη λεγόμενη στρατηγική της «Ανάσχεσης» (‘Containment’) ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ καθόλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είχε γράψει το ιστορικό σχετικό άρθρο στο Foreign Affairs τον Ιούλιο του 1947, υπογράφοντας ως Mr X γιατί φοβόταν τις συνέπειες, μιας και εκείνον τον καιρό η γραφειοκρατία της Ουάσιγκτον είχε μείνει στην εποχή της προσέγγισης με τη Σοβιετική Ένωση, που είχε επιβάλλει η  Προεδρία Ρούζβελτ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παρόλο που η σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων είχε ήδη αρχίσει.

Κάτι παρόμοιο, συμβαίνει και σήμερα και θα ήταν εξαιρετικά αφελές να πιστεύουμε ότι η ανεκδιήγητη Νούλαντ και οι πέριξ αυτής, αντιπροσωπεύουν οποιονδήποτε άλλον πέραν από τον εαυτό τους και μια αποχωρούσα νομενκλατούρα. Αυτή η βίαιη φύση της αλλαγής πολιτικής στην Ουάσιγκτον καθίσταται σαφής και από τις λυσσαλέες προσπάθειες του απερχόμενου συστήματος να επιβάλει τις θέσεις του στη νέα Διοίκηση, ακόμη και με τρόπους που θέτουν εν κινδύνω την εσωτερική συνοχή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ακόμη όμως και αν όλα τα παραπάνω θεωρηθεί ότι είναι από υπερβολικά έως απολύτως ανακριβή, το γεγονός παραμένει ότι βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά, ρευστή και μεταβατική φάση του διεθνούς συστήματος. Σε παρόμοιες εποχές είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον να ληφθούν αποφάσεις με μακρόπνοο χρονικό ορίζοντα. Άρα, δεν είναι καθόλου φρόνιμο να λαμβάνονται αποφάσεις για ζητήματα υψηλής στρατηγικής. Ιδιαίτερα δε από μικρές χώρες που δεν μπορούν να ασκήσουν σοβαρή παρέμβαση στο διεθνές σύστημα ώστε να το διαμορφώσουν κατά τη βούλησή τους, αλλά θα πρέπει να σκαρφαλώσουν στο κύμα των διεθνών εξελίξεων για να προωθήσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα. Άρα, κάθε συζήτηση, με τον τρόπο που γίνεται, για το Κυπριακό, είναι αυτήν τη στιγμή εκτός του ιστορικού χρόνου. Θα πρέπει πρώτα να εναρμονιστούμε με αυτόν, να υπάρξει μια ρεαλιστική και όχι βολονταριστική ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και του τοπικού γεωσυστήματος μέσα στο οποίο βρίσκεται και λειτουργεί η Κύπρος και εν συνεχεία θα πρέπει να ξεκινήσουν οι όποιες συζητήσεις και σχεδιασμοί.

  • Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.  

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*