Το Κυπριακό Πρόβλημα – Χθές και Σήμερα

Link

Χρήστος Ζαχαράκης

Κυπριακό: Στην κόψη του ξυραφιού

Υπεύθυνες Απόψεις

Προς Απανταχού Πολίτες και Πολιτικούς

Kypriako stin kopsi tou xyrafiou 1a mapΗ σημερινή εκδήλωση, στη οποία δεν μπόρεσα δυστυχώς να παρευρεθώ λόγω σοβαρών ανειλημμένων από καιρό προσωπικών υποχρεώσεων, διοργανώνεται πράγματι στην καταλληλότερη χρονική συγκυρία εν όψει της φημολογούμενης και πιθανολογούμενης. για μία ακόμι φορά, επιτεύξεως πρόοδου στις λεγόμενες δικοινοτικές συνομιλίες και επικείμενης δήθεν λύσεως του ήδη σαραντάχρονου από την τουρκική εισβολή και κατοχή Κυπριακού προβλήματος.

Αγνοώντας τις σχετικές λεπτομέρειες δεν είμαι φυσικά σε θέση να σχολιάσω τεκμηριωμένα τα όποια στοιχεία δικαιολογούν την εκτίμηση ότι πλέον ευρισκόμεθα  πλησίστιοι σε συμφωνημένη διευθέτηση εφόσον, όπως ισχυρίζονται οι αρμόδιοι, έχει επιτευχθεί σοβαρή προσέγγιση των δύο πλευρών στο θέμα της εδαφικής πτυχής του προβλήματος, ενώ, σημειωτέον,επικρατεί μάλλον ασάφεια καθόσον αφορά και στις άλλες παραμέτρους του και δη του συνταγματικού, του εδαφικού και, κυρίως, της αποχωρήσεως των κατοχικών στρατευμάτων. Ξεκινώντας όμως από την ευνόητη και λογική σκέψη ότι η συζητούμενη λύση δεν μπορεί να είναι παρά χειρότερη ή, έστω, ταυτόσημη με το τελευταίο σχέδιο Αννάν γιατί απλούστατα η Τουρκία μόνο με κάτι τέτοιο θα στέρξει να συμφωνήσει, θεωρώ ότι κατ’ανάγκη θα είναι σκόπιμο να βασίσω την κριτική μου στην πολυετή εμπειρία των ανάλογων κατά καιρούς διπλωματικών προσπαθειών και του συνεχούς και αδιάκοπου διαλόγου πάντοτε, υποτίθεται, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, των εκάστοτε Γενικών Γραμματέων του Οργανισμού και των ειδικών εκπροσώπων τους. Εμπειρία που, ασφαλώς, δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο αισιοδοξίας ως προς το περιεχόμενο και τις επί μέρους πρόνοιες του κυοφορούμενου σχεδίου λύσεως εφόσον όλα τα μέχρι σήμερα υποβληθέντα συναφή σχέδια ήταν πανομοιότυπα  στις βασικές γραμμές τους, το κάθε ένα κακέκτυπη επανάληψη του προηγουμένου του. Υιοθετώντας, πάντοτε, χωρίς εξαίρεση και χωρίς αμφιβολία το ταυτόσημο περίγραμμα λύσεως του κυπριακού που προωθήθηκε από τον διεθνή παράγοντα σε όλες τις περιπτώσεις ήδη από τους πρώτους γύρους των δικοινοτικών συνομιλιών.

Εφόσον, λοιπόν είναι ηλίου φαεινότερο ότι το ίδιο ή και κάτι δυσμενέστερο θα συνεχίσει να προτείνεται σε κάθε τυχόν νέα φάση της σχετικής διαδικασίας και ότι, συνεπώς, το σήμερα δεν πρόκειται να απέχει ουσιαστικά του χθές, ας υπενθυμίσουμε στους σημερινούς διαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, με την ελπίδα φρονηματισμού και χωρίς αυτό να θεωρηθεί ανούσια παρελθοντολογία, τα ποικιλώνυμα αυτά σχέδια που έμειναν γνωστά με το όνομα των διεθνών αξιωματούχων που τα παρουσίασαν και τα προώθησαν στις δύο πλευρές προς συζήτηση και αποδοχή αν και, βέβαια, ήταν γνωστό στους παροικούντας ακόμα και στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ ότι άλλοι ήταν οι πραγματικοί εμπνευστές τους.

Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζουμε την «αξιολόγηση Waldheim» το 1981, τους

« δείκτες De Cuellar» το 1983, την «documentation του Γενικού Γραμματέως» το 1985, το «draft framework agreement» του De Cuellar το1986, την «δέσμη ιδεών» του Boutros-Ghali το 1992 και, τέλος, το αλήστου μνήμης «σχέδιο Annan» το 2004.

Όλες αυτές οι προτάσεις, που αντανακλούν τις διεθνείς προσπάθειες, μετά το 1977, επιβολής συμφωνίας μέσω της προωθήσεως πλείστων εισηγήσεων, ιδεών και σχεδίων δήθεν λύσεως του κυπριακού προβλήματος, όχι μόνο δεν συνιστούν, ως θα έδει, άρση της κατοχικής ανομίας και ούτε καν στοιχειώδη βελτίωση της αλλά, αντιθέτως, οδηγούν σε μία συμφωνημένη και θεσμικά κατωχυρωμένη με την υπογραφή μας κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εξάλλου, όπως και στο παρελθόν, οι διάφοροι μεσολαβητές, που πάντοτε είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν την αδιάλλακτη πλευρά και να πιέσουν την υποχωρητική την οποία θεωρούν δεδομένη, επαναλαμβάνουν και τώρα την θεωρία των χαμένων ευκαιριών οι οποίες ουδέποτε, φυσικά, παρουσιάσθηκαν αλλά, ωστόσο, αποτέλεσαν συστηματικά το άλλοθι όσων λεγομένων «ρεαλιστών»  εκτός αλλά, δυστυχώς, και εντός των τειχών Λευκωσίας και Αθήνας επί χρόνια επιζητούν όχι να λύσουν αλλά να κλείσουν άρον άρον το κυπριακό.

Παρά ταύτα οι δήθεν χαμένες ευκαιρίες κρίθηκαν όλες «μεγάλες και μοναδικές» για την επίλυση του προβλήματος μολονότι ανεξαιρέτως βασίσθηκαν κατ’ουσία στην ίδια θεμελιώδη γραμμή που σταθερά αντικατροπτίζει την αμετακίνητη επιδίωξη της Τουρκίας. Ότι, δηλαδή, η μόνη λύση που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την Άγκυρα δεν είναι παρά η μονιμοποίηση και νομιμοποίηση των διχοτομικών τετελεσμένων και κεκτημένων της στρατιωτικής εισβολής. Πράγμα που κατ’ουσία εξασφαλίζεται με την δημιουργία δύο οντοτήτων εκ των οποίων η τουρκική προικοδοτείται ποικιλότροπα  με απόλυτη κυριαρχία της περιοχής της και με ισόμοιρη συγκυριαρχία στην περιοχή της άλλης και, συνεπώς, στο σύνολο του κράτους, σύμφωνα με το «Καραγκιόζιο» εφεύρημα «τα μισά δικά μου και τα μισά δικά σου δικά μου». Περιπλέκοντας έτσι ακόμα περισσότερο το πρόβλημα αντί να το επιλύουν εφόσον εξ ορισμού αντικαθιστούν την Κυπριακή Δημοκρατία με ένα εξωπραγματικό και δυσλειτουργικό σκεύασμα. Ένα τερατούργημα που, πέραν των άλλων, θα περιέχει ζωντανό το σπέρμα της οριστικής και θεσμοθετημένης πλέον διχοτομήσεως την οποίαν ακριβώς υποτίθεται ότι απεύχονται και θέλουν να αποτρέψουν οι διεθνείς καλοθελητές αλλά και οι απολογητές της φιλοσυμβιβαστικής, ρεαλιστικής και, στην πράξη, ενδοτικής γραμμής στο εσωτερικό.

Υπό τις συνθήκες αυτές δεν είναι βέβαια απορίας άξιο ότι το κυπριακό από κατ’ εξοχή και εξ ορισμού διεθνές πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής και κατοχής περιέπεσε βαθμηδόν στην τάξη μιας εσωτερικής  δικοινοτικής διαφοράς η διευθέτηση της οποίας αποτελεί ακριβώς το μοναδικό αντικείμενο  των σχετικών διαπραγματεύσεων.

Και αν μεν οι συνέπειες του ατέρμονος επί έτη δικοινοτικού διαλόγου εξαντλούντο στην υποβολή και αξιολόγηση διαφόρων προτάσεων που δεν εφαρμόσθηκαν μόνο και μόνο γιατί η τουρκική πλευρά ζητούσε συνεχώς περισσότερα, απαιτώνταςτην απόλυτη ικανοποίηση όλων των αξιώσεων της, θα μπορούσε να πεί κανείς ότι επί της ουσίας δεν υπήρξε «ούτε γάτα ούτε ζημιά», τοσούτω μάλλον που η πρόθυμη συμμετοχή των ελληνοκυπρίων στην αποδεδειγμένα άκαρπη διαπραγματευτική διαδικασία θα τους χάριζε,υποτίθετα, τουλάχιστον τον επίζηλο τίτλο του «καλού παιδιού» και την συνακόλουθη συμπάθεια και ανταμοιβή της διεθνούς κοινότητος.

Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν έτσι. Γιατί αυτή η συμμετοχή στην έντεχνα στημένη παγίδα του διαλόγου καθώς και η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων προθυμίας συνδιαλλαγής και συμβιβασμού προς εξασφάλιση του πιστοποιητικού καλής συμπεριφοράς και προς διατήρηση στην ζωή των δήθεν διαπραγματεύσεων δεν υπήρξε άμοιρη βαρύτατου τιμήματος.Το οποίο πληρώθηκε μονομερώς με τις εκάστοτε, πολλές δυστυχώς και ουσιαστικές, παραχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, με την συναίνεση ή την ποντιοπιλατική στάση της Αθήνας, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε τουρκική ανταπόκριση όλα αυτά τα χρόνια.

Η αρχή έγινε το 1977 και, μάλιστα, εκτός του θεσμικού διαπραγματευτικού πλαισίου του ΟΗΕ, με την γνωστή Συμφωνία Μακαρίου-Ντεκτάς και τις λεγόμενες κατευθυντήριες γραμμές που παρέχουν την καθοριστική για τις μετέπειτα εξελίξεις ελληνοκυπριακή συναίνεση στην αναγνώριση των «ιδιαιτεροτήτων» των αναγκών ασφαλείας των Τουρκοκυπρίων. Να σημειωθεί ότι το σχετικό κείμενο συνομολογήθηκε υπό την πίεση και την «πειστική» καθοδήγηση του Clifford, εκπροσώπου του Προέδρου Carter, η εκλογή του οποίου λίγους μήνες πριν είχε εορτασθεί με τις κωδωνοκρουσίες όλων των εκκλησιών της Λευκωσίας.

Στην συνέχεια ακολούθησε σειρά μεταλάξεων των αρχικών ελληνικών, ελλαδικών και ελληνοκυπριακών, διαπραγματευτικών θέσεων. Οι μεταλάξεις αυτές, που είναι πρόδηλες ακόμα  και στον απλό παρατηρητή των εξελίξεων καθιερώθηκαν αναπόφευκτα με την πάροδο του χρόνου ως κεκτημένο της διαπραγματεύσεως και δη ανεπίδεκτο υπαναχωρήσεως.

Έτσι η επιδίωξη του ενιαίου κράτους εγκαταλείφθηκε γρήγορα χάριν της  ομοσπονδίας που από καντονιακή ή πολυπεριφερειακή σε πρώτη φάση  κατέληξε σε εδαφικά διζωνική και συνταγματικά δικοινοτική και, όπως φαίνεται, οδηγείται, πλέον, σε συνομοσπονδιακό μόρφωμα.

Η διευθέτηση της εδαφικής πτυχής βάσει της πληθυσμιακής αναλογίας με ποσοστό 18% στην τουρκοκυπριακή περιοχή διολίσθησε προς την πρώτη υποχώρηση του 20% και, στην συνέχεια, στην επίσημη αποδοχή του 25% με σιωπηρή συγκατένευση για 28%.

Και σαν αποκορύφωμα της καταστροφικής αυτής διαδρομής η αρχικά αυτονόητη και αδιαπραγμάτευτη αρχή της αποχωρήσεως όλων των κατοχικών δυνάμεων άμα τη επιτεύξει συμφωνίας και πριν καν την εγκαθίδρυση μεταβατικής, έστω, κυβερνήσεως κατάντησε από το 1983 και επέκεινα στην διαπραγμάτευση του χρόνου παραμονής των στρατευμάτων μετά την σύσταση του νέου κράτους, όπως καθαρά αποδεικνύεται από την σχετική πρόνοια περί δεκαοκτάχρονου διαστήματος του διαβόητου σχεδίου Αννάν. Και όπως άφησε να εννοηθεί, μόλις προ εβδομάδος ο Αμερικανός Πρόεδρος Ομπάμα ο οποίος, απαντώντας σε συγκεκριμένη παρατήρηση του Έλληνα Πρωθυπουργού σχετικά με τα κατοχικά στρατεύματα εξέφρασε την ελπίδα ότι το θέμα θα αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο συμφωνημένης μεταβατικής περιόδου,

Αλήθεια, Κυρίες και Κύριοι, μπορεί κανείς να αναλογισθεί καλόπιστα και αντικειμενικά ποιά θα ήταν σήμερα η θέση της Κυπριακής Δημοκρατία διεθνώς και ειδικώτερα στην ΕΕ, ποιό θα ήταν το κύρος της και ποιά θα ήταν η φωνή της αν το δυσώνυμα αυτά σχέδια είχαν εφαρμοσθεί;

Ευτυχώς η απόρριψη τους και ειδικώτερα του σχεδίου Αννάν, χάρις στον Τ. Παπαδόπουλο και την αντιστασιακή ψήφο του 76% των ελληνοκυπρίων, διέσωσε την διατήρηση της κυρίαρχης και μόνης διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Πολιτείας, πράγμα προφανούς και θεμελιώδους σημασίας εν όψει της απερίγραπτης καταστάσεως στην οποία θα είχαμε περιπέσει σε εθνικό, ευρωπαικό και διεθνές επίπεδο αν το κυπριακό κράτος είχε υποκατασταθεί από το εξάμβλωμα που καθιέρωναν οι πρόνοιες του σχεδίου.

Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και ότι το ζητούμενο είναι το τι δέον γενέσθαι σήμερα, εφόσον μάλιστα υποτίθεται ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στις τρέχουσες διαπαραγματεύσεις.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ απλή. Η υπενθύμιση της εμπειρίας όλων αυτών των χρόνων κρίνεται απόλυτα σκόπιμη γιατί, δυστυχώς, έχει πολλάκις αποδειχθεί ότι η μνήμη των κατά καιρούς χειριστών του θέματος είναι εντυπωσιακά κοντή.

Αυτό, λοιπόν, που προκαλεί εύλογη απορία δεν είναι η αναδρομή στην μέχρι τούδε εμπειρία αλλά η συνεχιζόμενη ανάληψη από την  πλευρά μας του ρόλου του επισπεύδοντος που όχι μόνο δεν συνέβαλε στην επίτευξη λύσεως και όχι μόνο ουδεμία βρήκε ουσιαστική τουρκική και διεθνή ανταπόκριση αλλά, αντιθέτως, οδήγησε στην ενίσχυση της τουρκικής αδιαλλαξίας και συνακόλουθα στην σταδιακή και αναπόφευκτη αποδυνάμωση των θέσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς που εμφανίζεται, πλέον, να διαπαγματεύεται «με την πλάτη στον τοίχο».

Και το πρωταρχικό ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι τι άραγε προκαλεί ή ενθαρρύνει την άκριτη ετοιμότητα με την οποία η ελλαδική και ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία σπεύδει και πάλι να μετέχει σ’αυτή την πρόδηλη παντομίμα, αγνοώντας την τεσσαρακονταετή εμπειρία και τους οφθαλμοφανείς κινδύνους της παγίδας της διαπραγματευτικής διαδικασίας; Και ακόμα περισσότερο συζητούσαν, προ καιρού, την αποδοχή τετραμερών στην ουσία διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, ανατρέποντας λέτσι πάγιες εθνι κές θέσεις;Και γιατί συνεχίζουν τόσο η Λευκωσία όσο και η Αθήνα να εθελοτυφλούν και να αυταπατώνται με το εντελώς ψευδεπίγραφο επιχείρημα ότι με τον διάλογο, όπως διεξάγεται, αποτρέπεται τάχα η διχοτόμηση ενώ αυτή, αντιθέτως, εμπεδώνεται και διαιωνίζεται ατιμωρητί; Και σε τι, τέλος, οφείλεται η ομόφωνη επιμονή Ελλάδος-Κύπρου να επαναλαμβάνουν μονότονα, σε κάθε ευκαιρία, σε διεθνείς παράγοντες, την παράκληση για παρέμβαση τους προς επίτευξη «δίκαιης και μόνιμης λύσεως» του προβλήματος;  Παράκληση που εξ ίσου μονότονα αντιμετωπίζεται διαχρονικά από τους αποδέκτες με την πάγια σύσταση προς το θύμα να συμβιβασθεί, να «τα βρεί», με τον θύτη αποδεχόμενο κατ’ουσία την λύση που αυτός θα στέρξει  να προσφέρει. Όπως, και πάλι,  επιβεβαιώνει και η περίπτωση του προ εβδομάδος υποβληθέντος στην Αθήνα σχετικού αιτήματος  προς τον απερχόμενο αμερικανό Πρόεδρο ο οποίος, ουσιαστικά, το αντιμετώπισε με την γνωστή αποστομωτική και μάλλον απαξιωτική έκφραση «η σιωπή μου προς απάντηση σου», ακολουθώντας πιστά την ίδια γραμμή και όλων των προκατόχων του, αποφεύγοντας να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση.

Γιατί λοιπόν σπεύδουμε κάθε φορά να βαδίσουμε προς την αναντίρρητη επιδείνωση των συνθηκών που άπτονται της σωτηρίας του Κυπριακού Ελληνισμού; Και καθ’όσον αφορά ειδικώτερα στην μητροπολιτική Ελλάδα γιατί αγνούμε τις συνακόλουθες καταστρεπτικές συνέπειες που θα έχει για  τμήματα της εθνικής επικράτειας και, ιδίως, την Θράκη μία τυχόν επιβολή λύσεως στο κυπριακό που θα «άνοιγε» ακόμα περισσότερο την αδηφάγο όρεξη της Τουρκίας;

Μήπως άραγε είναι άγνοια και ανιστόρητη αντίληψη των πραγμάτων; Μήπως είναι αφέλεια, ευσεβοποθισμός ή αυταπάτη; Μήπως είναι αναζήτηση άλλοθι προς δικαιολόγηση ανικανότητος, αδυναμίας ή απροθυμίας; Μήπως είναι εκδήλωση άγχους απαλλαγής από ένα ενοχλητικό πρόβλημα; Η μήπως είναι φιλοδοξία εξασφαλίσεως προσωπικής υστεροφημίας; Τι τέλος πάντων είναι από όλα αυτά γιατί δεν θέλω κάν να διανοηθώ ότι θα μπορούσε να είναι κάτι χειρότερο;

Όποια και αν είναι πάντως η απάντηση αυτή επ’ουδενί λόγο δικαιολογεί την έλλειψη και στοιχειώδους καν διορατικότητος για να αντιληφθεί κανείς ότι κάθε λύση του τύπου που μέχρι τούδε προτάθηκε και που φαίνεται να απεργάζονται και τώρα οι γνωστοί τρίτοι «καλοθελητές και μεσολαβητές» με την πρόθυμη, ωστόσο, συμμετοχή της ελληνικής πλευράς όχι μόνο δεν βελτιώνει την υφιστάμενη κατάσταση αλλά θα είναι και απείρως χειρότερη του σημερινού status quo για τους προφανείς λόγους που επισημάνθηκαν προηγουμένως.

Κατά συνέπεια απαρέγγλιτος όρος για την συμμετοχή μας στις λεγόμενες δικοινοτικές συνομιλίες πρέπει να είναι η βεβαιότητα ότι οι συνομιλίες αυτές δεν θα οδηγήσουν σε μία λύση που ενδεχομένως θα είναι μόνιμη αλλά  που οπωσδήποτε δεν θα είναι δίκαιη, όπως υποτίθεται ότι επιζητείται, εφόσον θα συνιστά αποδοχή όλων του τουρκικών αξιώσεων.

Ως εκ τούτου θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές στην διεθνή κοινότητα ότι δεν προτιθέμεθα να συνεχίσουμε να μετέχουμε στην σχετική διαδικασία εάν δεν ζητηθεί απροσχημάτιστα από την Άγκυρα να αποδείξει έμπρακτα ότι σέβεται και εφαρμόζει ανεπιφύλακτα τους κανόνες και τις αρχές του διεθνούς δικαίου,της διεθνούς ηθικής και τις ευρωπαικές αρχές και αξίες. Και αν η Τουρκία δεν ανταποκριθεί, όπως είναι μάλλον ή βέβαιον, τότε να αναθεωρήσουμε ριζικά την πολιτική μας στο Κυπριακό προκειμένου να προσέλθουμε σε τυχόν νέες συνομιλίες. Και, στο πλαίσιο αυτό, να υιοθετήσουμε ωρισμένες ανυποχώρητες «κόκκινες γραμμές» για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του συρμού.

Και πρωταρχικά μεταξύ αυτών την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων πριν την εφαρμογή των προνοιών της όποιας συμφωνίας.

Την διαφύλαξη του ακραιφνούς ομοσπονδιακού χαρακτήρος του κράτους σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και την παραδεδεγμένη διεθνή πρακτική και χωρίς παρεκκλίσεις για την προάσπιση δήθεν ιδιαιτεροτήτων του ενός ομόσπονδου μέρους, και χωρίς πρόνοιες περί ξένης επιδιαιτησίας σε περίπτωση διαφωνίας των μερών πράγμα που στην πράξη θα ισοδυναμούσε με την επικράτηση του ενός εις βάρος του άλλου και με μοιραία συρρίκνωση της Κυπριακής κρατικής κυριαρχίας.

Την αυτόνοητη προυπόθεση της διευθετήσεως και των λοιπών πτυχών του προβλήματος, και κατά κύριο λόγο, της εδαφικής και της εποικιστικής πληθυσμιακής αλλοιώσεως κατά τρόπο ώστε να ανατρέπεται σημερινή κατάσταση που επεβλήθηκε με την εισβολή και κατοχή.

Και, τέλος, με την ανάληψη και γνωστοποίηση διεθνώς της δεσμεύσεως ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη συμφωνία θα τεθεί υπό την έγκριση των Ελληνοκυπρίων δια δημοψηφίσματος πριν από την υπογραφή της.

Εάν όλα αυτά δεν ικανοποιηθούν αυτόματα προκύπτει η απάντηση στο αρχικό ερώτημα περί του τι δέον γενέσθαι. Η οποία δεν είναι άλλη από την αντίσταση σε φρούδες ελπίδες και αβάσιμες προσδοκίες και η εφεξής αποφυγή κάθε πρωτόβουλης ή κατόπιν προσκλήσεως συμμετοχής μας σε μία διαπραγματευτική διαδικασία που θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση ενός χειρότερου καθεστώτος του σημερινού και, συνεπώς, στην διακινδύνευση του μέλλοντος του Κυπριακού Ελληνισμού.

Γιατί σε αντίθετη περίπτωση φοβούμαι ότι η περίφημη «δίκαιη και βιώιμη» λύση θα παραμείνει γράμμα κενό στα τετριμμένα και ανούσια κοινά ανακοινωθέντα των εκάστοτε, επί σαράντα χρόνια, συναντήσεων κορυφής της Ελλαδικής και Ελληνοκυπριακής ηγεσίας.

  • Ο Χρήστος Ζαχαράκης είναι πρώην Πρέσβυς της Ελλάδος στην Κύπρο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*