Τα γεωπολιτικά σενάρια του ξένου παράγοντα για την Κύπρο και η αυτοκαταστροφική πολιτική Αναστασιάδη

Link

Περικλής Νεάρχου

Κυπριακό: Στην κόψη του ξυραφιού

Υπεύθυνες Απόψεις

Προς Απανταχού Πολίτες και Πολιτικούς

Πρωταγωνιστής της τραγωδίας της Κύπρου το 1974 ήταν ο Χένρυ Κίσσιγκερ, που κυριάρχησε για μια ολόκληρη περίοδο στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική, με τη διπλή ιδιότητα που είχε ως υπουργός Εξωτερικών και ταυτόχρονα ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Προέδρου.

Η έκπτωση του Προέδρου Νίξον από το αξίωμα και η διαδοχή του από τον άπειρο Πρόεδρο Φορντ, άφησε τον Κίσσιγκερ ακόμη πολύ ισχυρότερο.

Σαράντα τρία χρόνια μετά, ο Αμερικανικός παράγων, σε σύμπνοια και συνεργασία πάντα με τον Βρετανικό, παρεμβαίνει πάλι καταστροφικά, για δεύτερη φορά, σε βάρος της Ελληνικής πλευράς στην Κύπρο. Ο νέος πρωταγωνιστής του παρασκηνίου είναι η υφυπουργός για Ευρωπαϊκά και Ευρασιατικά θέματα Βικτώρια Νούλαντ, γνωστό γεράκι της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που πρωτοστάτησε εκ μέρους των ΗΠΑ στο θέμα της Ουκρανίας.

Μεσολάβησε μεταξύ 1974 και 2017 η απόπειρα επιβολής του σχεδίου Ανάν, το 2004, με πρωτοστάτες τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Χόλμπρουκ και τον Βρετανό λόρδο Χάνεϋ. Η απόπειρα επιβολής του σχεδίου Ανάν συνδυάσθηκε με σχέδια προσεταιρισμού της Τουρκίας για την εξασφάλιση της συνεργασίας της στον πόλεμο του Ιράκ αλλά και γενικότερα για την ενίσχυση των δεσμών της με την Αμερικανική πολιτική στην περιοχή και με το ΝΑΤΟ.

Κύριος στόχος των Αμερικανικών και των Βρετανικών παρεμβάσεων, από τη δεκαετία ήδη του 1960 και συγκεκριμένα από την κρίση του 1963-64, ήταν η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της από ένα μόρφωμα, στο οποίο θα είχε καθοριστικό ρόλο ο Τουρκικός παράγων, ώστε η Κύπρος να μην έχει, στην πραγματικότητα, καμιά ουσιαστική ανεξαρτησία και κυριαρχία.

Ο προηγούμενος λειτουργικός διαχωρισμός των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, θα έπρεπε, με τη λογική αυτή, να γίνει διαχωρισμός επί του εδάφους, όπως διεκδικούσε και η Τουρκική πλευρά, στο πλαίσιο της δικής της στρατηγικής.

Η ικανοποίηση της Τουρκικής πλευράς στην Κύπρο ήταν σταθερή παράμετρος της Αμερικανικής πολιτικής. Όσοι αφελώς πίστευαν ότι  θα αρκούσε η εξυπηρέτηση των αμιγώς Αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων για να εξασφαλισθεί η Αμερικανική υποστήριξη στο Κυπριακό, πλανώνται. Ο λόγος είναι προφανής: η Αμερικανική πλευρά θεωρεί και την ικανοποίηση της Τουρκίας, οι σχέσεις και η συμμαχία με την οποία υπολαμβάνονται ως πολύ σημαντικές και ως μεγάλο δικό της στρατηγικό συμφέρον, στο πλαίσιο του γεωπολιτικού ανταγωνισμού την ΗΠΑ παλαιότερα με τη Σοβιετική Ένωση και σήμερα με τη Ρωσία του Πούτιν.

Αυτό σημαίνει πρακτικά στο Κυπριακό ότι η Αμερικανική πολιτική συνδυάζει την εξυπηρέτηση των δικών της γεωπολιτικών και στρατηγικών επιδιώξεων, με την ικανοποίηση και της Τουρκίας, στην οποία αποδίδει μεγαλύτερη γεωστρατηγική σημασία, σε σχέση με την Ελλάδα. Η εκτίμηση αυτή δεν απορρέει μόνο από αντικειμενικούς παράγοντες, όπως η γεωγραφία, ο πληθυσμός, τα σύνορα με τη Ρωσία, η Μουσουλμανική ταυτότητα. Απορρέει επίσης από υποκειμενικούς παράγοντες, Αυτούς, κατά πρώτο λόγο, που αφορούν την ηγεσία και τις ιδεολογικές και πολιτικές επιρροές πάνω σ’ αυτήν.

Μια ηγεσία, που υπόκειται ευκολότερα σε ξένη επιρροή και εξάρτηση, διευκολύνει την άσκηση πολιτικής και επιρροής από μια ξένη δύναμη σε βάρος των ίδιων των συμφερόντων της χώρας.

Το Νέο Σενάριο Νούλαντ για το Κυπριακό

Η Αμερικανική πολιτική στην περιοχή, όπως εκφράζεται ακόμη από την απερχόμενη Προεδρία Ομπάμα – Κλίντον, διαπνέεται από τον έντονο ανταγωνισμό με τη Ρωσία. Ειδικότερα, με σενάρια ανασχέσεως και αντισταθμίσεως της Ρωσικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη διαμόρφωση εναλλακτικών σχεδίων για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Το τελευταίο αποτελεί μόνιμη Αμερικανική στρατηγική εμμονή.

Καταλύτης για την αναμόρφωση των στρατηγικών ισσορροπιών στη Μ. Ανατολή έγινε ο πόλεμος στη Συρία.

Η Αμερικανική πολιτική, σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και την Τουρκία επεχείρησε να ανατρέψει, με υβριδικό πόλεμο, υπό το προσωπείο μιας ακόμη Αραβικής ψευδοεπαναστάσεως, τον Πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσσαντ. Η ανατροπή του θα στερούσε από τη Ρωσία τις μόνες βάσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και θα επέτρεπε την κατασκευή του πολυθρύλητου αγωγού από το Κατάρ στην Ευρώπη για τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου. Η Ρωσία θα δεχόταν, με τον τρόπο αυτό, ένα δεύτερο δεινό πλήγμα, γιατί οι ενεργειακές εξαγωγές της στην Ευρώπη θα μειώνονταν στο ήμισυ περίπου.

Η Ρωσική παρέμβαση στη Συρία, σε συνδυασμό με την παρέμβαση του Ιράν και της Χεσμπολλάχ του Λιβάνου, ανέτρεψε τους σχεδιασμούς αυτούς. Η εγκληματική συνεργασία της Αμερικανικής πολιτικής, υπό την καθοδήγηση του Προέδρου Ομπάμα και της πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλλαρυ Κλίντον, με τους ακραίους Ισλαμιστές, περιήγαγε σε απαξίωση και αμηχανία την Αμερικανική πολιτική. Η τελευταία δεν μπορούσε να ταυτισθεί ανοικτά με τους ανεπίσημους προστατευομένους της, όπως, π.χ., η Αλ Κάϊντα και η Σαπχάτ Αλ Νούσρα. Ακόμη και ο προβαλλόμενος ως «μετριοπαθής» Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) απεδείχθη εντελώς περιθωριακός στο πεδίο της μάχης και δρούσε ουσιαστικά ως σύμμαχος των δεδηλωμένων ακραίων Ισλαμιστών.

Υπό τις συνθήκες αυτές και ιδίως μετά τις ασύλληπτες βαρβαρότητες, στις οποίες επεδόθησαν οι ακραίοι Ισλαμιστές, παρουσιαζόμενοι μάλιστα ως οι θεμελιωτές ενός νέου Χαλιφάτου, η Αμερικανική πολιτική υπέστη δεινή στρατηγική ήττα στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα, η οποία πρωτοστάτησε στην ενίσχυση των ακραίων Ισλαμιστών, μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, εισέπραξε το αντίτιμο της Νεμέσεως, με τη μορφή της δημιουργίας, κατά μήκος των συνόρων της, μιας νέας Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής στη Συρία. Η Ένοπλη Πολιτοφυλακή των Κούρδων της Συρίας (YPG) έχει επιπλέον στενές πολιτικές σχέσεις με το PKK των Κούρδων της Τουρκίας.

Η ανάδυση, με νέα μορφή και δυναμική, του Κουρδικού παράγοντα έφερε σε σύγκρουση την Άγκυρα και ειδικότερα το καθεστώς Ερντογάν με τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες βλέπουν στον Κουρδικό παράγοντα στη Συρία έναν αξιόπιστο σύμμαχο, μετά την αυτονόμηση του Ισλαμικού Κράτους από τους αρχικούς χειραγωγούς του και την αδιάλλακτη ταύτισή του με την τρομοκρατία και τον Ιερό Ισλαμιστικό Πόλεμο. Η Άγκυρα ζητά από τις ΗΠΑ ν’ αναγνωρίσουν ως «τρομοκράτες» και τους Κούρδους μαχητές του YPG της Συρίας, εφόσον έχουν στενές σχέσεις με τους μαχητές του PKK της Τουρκίας, τους οποίους οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ως «τρομοκράτες».

Η σύγκρουση αυτή, σε συνδυασμό με τις Τουρκικές υποψίες και καταγγελίες, ότι οι ΗΠΑ βρίσκονταν πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, οδήγησαν σε μεγάλη ένταση τις Τουρκο-Αμερικανικές σχέσεις. Καταφανώς, η Αμερικανική πολιτική δεν έχει εμπιστοσύνη στον Τούρκο Πρόεδρο, ο οποίος δεν κρύβει τις μεγάλες φιλοδοξίες της πολιτικής του και την Ισλαμιστική πλέον κατεύθυνση του καθεστώτος, που εγκαθιδρύει, με αναφορά το Οθωμανικό παρελθόν. Η Άγκυρα, μετά τη χρεωκοπία της Αμερικανικής στρατηγικής στη Συρία και την απροθυμία των ΗΠΑ να δεχθούν τις Τουρκικές θέσεις στο θέμα των Κούρδων της Συρίας, ανάγει το θέμα αυτό σε ύψιστη στρατηγική προτεραιότητα και επιδιώκει να αποτρέψει σύγκλιση πολιτικής των δύο υπερδυνάμεων πάνω σ’ αυτό, που θα καθιστούσε μάταιη και ανέφικτη κάθε αντίστασή της. Αναπτύσσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, επιδιώκοντας ταυτόχρονα ν’ αναγνωρισθεί ως παράγων περιφερειακής δυνάμεως.

Η ομάδα εξωτερικής πολιτικής του απερχομένου Προέδρου Ομπάμα, με εμβληματικό πρόσωπο της αντι-Ρωσικής πολιτικής τη Βικτώρια Νούλαντ, προσπαθεί, κάτω από τις νέες αυτές συνθήκες, της ισχυρής ιδίως παρουσίας της Ρωσίας στη Συρία και του ανεξάρτητου παιχνιδιού ισορροπίας της Τουρκίας μεταξύ των δύο μεγάλων, να προωθήσει ένα άλλο σενάριο. Λαμβάνει γι’ αυτό υπόψιν το γεγονός ότι η ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου αναδεικνύεται σ’ ένα νέο προνομιακό ενεργειακό χώρο. Σαφής ένδειξη γι’ αυτό είναι η ανακάλυψη του τεράστιου κοιτάσματος φυσικού αερίου Αλ Ζορ στην Αιγυπτιακή ΑΟΖ, κοντά στο όριο με την Κυπριακή. Σαφής ένδειξη επίσης είναι η εκδήλωση ενδιαφέροντος για έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ από διεθνείς κολοσσούς, όπως η Exxon Mobil, η  Total, η ENI.

Το σενάριο Νούλαντ περιλαμβάνει τους εξής στόχους:

α. έλεγχος των νέων ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου από Δυτικές, κατά το πλείστον, εταιρείες.

β. Αξιοποίηση των πόρων αυτών για εναλλακτικό εφοδιασμό της Ευρώπης, σε συνδυασμό με τη μεταφορά από τις χώρες του Κόλπου και ειδικότερα το Κατάρ υγροποιημένου φυσικού αερίου, με επιδίωξη τη μείωση των Ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών στην Ευρώπη.

γ. «Συμμετοχή» της Τουρκίας στους ενεργειακούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου, ως δέλεαρ προσεταιρισμού της Τουρκίας. Προφανώς, η «συμμετοχή¨ αυτή θα είναι σε βάρος της ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου.

σ. Σύσφιγξη, των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρώπη, ως ένα άλλο αντάλλαγμα και δέλεαρ για τον προσεταιρισμό της Τουρκίας.

ε. Πλήρης Νατοϊκός έλεγχος της Κύπρου ως αντίβαρο στη Ρωσική παρουσία στη Συρία.

στ. «Λύση» Τουρκικών προδιαγραφών στο Κυπριακό ως ένα τρίτο δέλεαρ και αντάλλαγμα προς την Τουρκία αλλά και ως απαραίτητο μέσο και προϋπόθεση για την προώθηση των άλλων στόχων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι υπάρχουσες κακές σχέσεις μεταξύ Ερντογάν και ΗΠΑ δεν μειώνουν αναγκαστικά το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Τουρκία. Η τελευταία κατέχει μια εξαιρετική γεωστρατηγική θέση  και είναι, με τον γεωγραφικό και τον δημογραφικό της όγκο, ένας σημαντικός περιφερειακός παράγων. Οι ΗΠΑ, ανεξάρτητα από τον εκνευρισμό και τη δυσφορία που τους προκαλεί η πολιτική Ερντογάν, εξακολουθούν, βεβαίως, να ενδιαφέρονται για την Τουρκία και να έχουν κάθε λόγο για την αποτροπή μιας ενδεχόμενης γεωπολιτικής μετατοπίσεώς της.

Η Σπουδή για «Λύση» του Κυπριακού

Με βάση τους παραπάνω στόχους του σεναρίου Νούλαντ, αντιλαμβάνεται κανείς τη σπουδή του ξένου παράγοντα για την επιβολή «λύσεως» στο Κυπριακό. Η ομάδα Νούλαντ θα παραδώσει τη σκυτάλη της εξουσίας στους διαδόχους της, μετά την 20η Ιανουαρίου.

Στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που απομένει, ασκεί ασφυκτικές πιέσεις για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ώστε να προχωρήσει η περιβόητη «λύση» του Κυπριακού και να παρουσιασθεί ως νίκη της Αμερικανικής διπλωματίας και προσωπικά του Προέδρου Ομπάμα. Ο τελευταίος τιμήθηκε προκαταβολικά με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, αλλά δεν έφερε λύση σε κανένα πρόβλημα, γεγονός που θα δικαιολογούσε γι’ αυτόν τον τίτλο του ειρηνοποιού. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του, σημειώθηκε μια τεράστια υποτροπή του διεθνούς κλίματος στην Ευρώπη και έλαβε χώρα στη Μέση Ανατολή η επαίσχυντη υπόγεια υποστήριξη από τους Ομπάμα και Κλίντον των ακραίων Ισλαμιστών.

Προφανώς, η σπουδή για επείγουσα «λύση» στο Κυπριακό δεν δικαιολογείται μόνο από το Νόμπελ του Προέδρου Ομπάμα και τη ματαιοδοξία που καλλιεργούν οι παρατρεχάμενοί του. Οι σημερινοί εκφραστές της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής θέλουν ν’ αφήσουν παρακαταθήκες, οι οποίες να δεσμεύσουν και τον επόμενο Πρόεδρο, ο οποίος έχει ως δεδηλωμένη πολιτική την επιδίωξη υφέσεως στις Αμερικανο-Ρωσικές σχέσεις και την ανάπτυξη της Αμερικανο-Ρωσικής συνεργασίας.

Η ομάδα επίσης του απερχομένου Προέδρου Ομπάμα και η εμπνεόμενη και χειραγωγούμενη απ’ αυτήν ομάδα του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ που εργάζεται για το Κυπριακό, με επικεφαλής τον ειδικό σύμβουλο του Γ. Γραμματέα Έσπεν Μπαρθ Έιντε, αναφέρονται συνεχώς σε ιστορική ευκαιρία που υπάρχει στο Κυπριακό και διανοίγει προοπτική για τη «λύση» του.

Ποιά είναι όμως αυτή η ιστορική ευκαιρία, εφόσον η Τουρκική πλευρά δεν έχει προβεί σε καμιά παραχώρηση και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ασκούν πάνω στην Άγκυρα καμιά ουσιαστική πίεση;

Μήπως τελικά η λεγόμενη «ιστορική ευκαιρία» είναι η παρουσία στην Ελληνική πλευρά μιας ενδοτικής ηγεσίας, στο πρόσωπο του Προέδρου Αναστασιάδη και της ηγεσίας του κόμματός του, αλλά επίσης της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, που ταυτίζεται πλήρως με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και ορισμένες φορές υπερακοντίζει;

Η παρουσιαζόμενη μεγάλη πρόοδος στις διακοινοτικές συνομιλίες, συνίσταται ουσιαστικά σε επιτομή των διαδοχικών Ελληνικών παραχωρήσεων. Η υποτιθέμενη κοινή πολιτική βάση, που συμφωνήθηκε με το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη / Έρογλου της 11ης Φεβρουαρίου του 2014, αποτελεί μνημείο διπλής γλώσσας και απάτης σε βάρος της Ελληνικής πλευράς. Επεβλήθη, με παρέμβαση της Βικτώριας Νούλαντ και παρουσιάζεται ότι κατοχυρώνει δήθεν τις τρεις βασικές θέσεις της Ελληνικής πλευράς: τη μια δηλαδή κυριαρχία, τη μια διεθνή εκπροσώπηση και τη μια ιθαγένεια.

Πρόκειται όμως για εμπαιγμό. Η διχοτόμηση της κυριαρχίας σε δύο ισότιμα, ισοκυρίαρχα μέρη, παρουσιάζεται ως μια δήθεν κυριαρχία. Στην πραγματικότητα όμως, καταλύεται οποιαδήποτε πραγματική κυριαρχία, γιατί η εξίσωση της μειοψηφίας του 18% με την πλειοψηφία του 80% καταλύει τη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Επιπλέον, ο έλεγχος των Τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα, θα μετέτρεπε, στην περίπτωση αυτή, την Κύπρο σε δορυφόρο και προτεκτοράτο της Άγκυρας. Καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Άγκυρας. Η παρουσιαζόμενη, λοιπόν, ως δήθεν επανένωση, θα ήταν, στην πραγματικότητα, επανένωση της Κύπρου ως προτεκτοράτο της Άγκυρας!

Το ίδιο ισχύει με τις άλλες δύο βασικές αρχές, που έγιναν δήθεν αποδεκτές στο κοινό ανακοινωθέν. Η υποτιθέμενη ενιαία διεθνής εκπροσώπηση στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν δικέφαλη και υποκείμενη συνεχώς στην πίεση της Άγκυρας, εφόσον καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των ελεγχομένων από την Άγκυρα «ισοτίμων» Τουρκοκυπρίων.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Άγκυρα θα έμπαινε από την πίσω πόρτα, μέσω Κύπρου, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και θα είχε λόγο και ψήφο σ’ αυτό.

Η Κύπρος αγωνίσθηκε, λοιπόν, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να εισαγάγει, με την περιβόητη «λύση» της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ίδια να γίνει φερέφωνο της Άγκυρας, στο όνομα των Τουρκοκυπρίων, που στην πλειονοψηφία τους είναι ήδη έποικοι;

Σε ό,τι αφορά το μύθο της μιας δήθεν ιθαγένειας, ο εμπαιγμός υπερβαίνει κάθε όριο. Προβλέπεται από τις μέχρι τώρα συγκλίσεις να υπάρχουν τρεις διακριτές ιθαγένειες. Προβλέπεται επίσης για την απονομή της ομοσπονδιακής ιθαγένειας Επιτροπή ίσου αριθμού μελών από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Ποιός θα εμποδίσει την Επιτροπή, με μια τέτοια σύνθεση, να εκβιάζει για την απονομή ιθαγένειας σε όποιους θέλει η Τουρκική πλευρά; Υπάρχει ήδη το προηγούμενο των εποίκων. Σε άλλους απονεμήθηκε ήδη η ιθαγένεια του ψευδοκράτους και προτείνονται ως νόμιμος πληθυσμός του σχεδιαζόμενου «συνιστώντος Τ/Κ κράτους» και σε όλους τους άλλους απονέμεται ο τίτλος των εργαζομένων, με δικαίωμα παραμονής. Κανείς δηλαδή δεν φεύγει.

Γιατί η Ελληνική Πλευρά Επανεγλωβίσθηκε στις Διακοινοτικές Συνομιλίες, Μετά την Απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, και Γιατί Σήμερα Επισπεύδει για Δήθεν Λύση;

Λογικά, η Ελληνική πλευρά δεν είχε κανένα λόγο να παλινδρομήσει στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, όταν το προϊόν που αυτές παρήγαγαν, μετά από αλλεπάλληλους γύρους, ήταν το σχέδιο Ανάν, το οποίο απέρριψε, με βδελυγμία, ο Κυπριακός λαός. Το περιεχόμενο του σχεδίου ήταν ακριβώς η διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε με λεπτομέρειες σε όλους τους τομείς.

Η Ελληνική πλευρά θα έπρεπε αμέσως μετά να αλλάξει στρατηγική και να θέσει το Κυπριακό, ως Ευρωπαϊκό πλέον θέμα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με βάση τις Ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η παλινδρόμηση στο πλαίσιο του διακοινοτικού διαλόγου, έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να αποστασιοποιείται από το πρόβλημα και τις ευθύνες της και να το παρουσιάζει ως δήθεν διακοινοτική διαμάχη. Έδωσε επίσης την ευκαιρία για να επαναληφθεί το ίδιο σενάριο του σχεδίου Ανάν και μάλιστα επί τα πολύ χείρω.

Η αυτοκαταστροφική αυτή πολιτική της Ελληνικής πλευράς, με αποκορύφωμα τη μοιραία πολιτική του σημερινού Προέδρου, υπονόμευσαν κυριολεκτικά τα μεγάλα χαρτιά της Ελληνικής πλευράς: το δίκαιο του αγώνα της. Το πλεονέκτημα της συμμετοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το σύνολο του εδάφους της. Η Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι το βάθρο του αγώνα του Κυπριακού λαού. Το φυσικό αέριο που αναβάθμισε γεωστρατηγικά την Κύπρο και άνοιξε νέες προοπτικές για περιφερειακές στρατηγικές συμμαχίες της Κύπρου αλλά και της Ελλάδος.

Για ποιο λόγο να επισπεύδει σήμερα η Κύπρος για δήθεν «λύση», προβαίνοντας συνεχώς σε νέες παραχωρήσεις, όταν δεν υπάρχουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για μια ανεκτή και βιώσιμη λύση; Με ποια λογική να δεχθεί η Ελληνική πλευρά την παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στον Τουρκικό στρατηγικό και γεωπολιτικό έλεγχο; Αντισταθμίζει αυτή την παραχώρηση η επιστροφή ενός 5% η 6% του κατεχόμενου εδάφους, όταν συνδυάζεται με την υποδούλωση της πλειοψηφίας στη μειοψηφία και μέσω αυτής στην Άγκυρα, όπως επίσης με Τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή κατοχικού στρατού στην Κύπρο;

Η Τουρκική πλευρά επιμένει ανυποχώρητα στους όρους αυτούς και οι Τουρκικές θέσεις επιβεβαιώθηκαν, για μια ακόμη φορά, κατά την πρόσφατη συνάντηση στη Ν. Υόρκη των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας. Εκτός όμως από τις εμφανείς και εντελώς σκανδαλώδεις πρόνοιες της συζητούμενης δήθεν «λύσεως», υπάρχει επίσης μια σειρά άλλων προνοιών, που είναι λιγότερο γνωστές και λιγότερο ορατές.

Μια απ’ αυτές αφορά την οικονομία, που μένει ακόμη στο ημίφως των συζητήσεων. Οι όψεις αυτού του θέματος είναι πολλές: είναι ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός και η κατανομή του. Είναι η λειτουργία μιας δικέφαλης Κεντρικής Τράπεζας. Είναι οι τράπεζες στα κατεχομένα, που είναι πλυντήρια μαύρου χρήματος και δεν υπάρχει γι’ αυτές καμιά αντικειμενική εικόνα. Είναι οι αποζημιώσεις και το κόστος της λύσεως και ποιοί θα το πληρώσουν. Είναι το χρέος 5-6 δισ. ευρώ του ψευδοκράτους και ποιός θα το πληρώσει. Είναι, τέλος, ο κίνδυνος Τουρκικής οικονομικής εισβολής στην Κύπρο και η οικονομική κατάκτηση του νησιού, πέραν του στρατηγικού και γεωπολιτικού ελέγχου.

Το Κρισιμότατο Θέμα της ΑΟΖ και του Φυσικού Αερίου

Ένα άλλο θέμα, που παραπέμπεται σε τεχνικές επιτροπές και αφήνεται ουσιαστικά να ρυθμισθεί μετά τη «λύση», είναι η ΑΟΖ και η οριοθέτησή της, σε σχέση με την ΑΟΖ της Τουρκίας. Μετά τη λύση, δεν θα υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία για να υπερασπίσει τη σημερινή της ΑΟΖ. Η Άγκυρα έχει για τα νησιά τις γνωστές θεωρίες της, σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Το έχει κάνει πράξη με το ψευδοκράτος, με μια συμφωνία που υπέγραψε. Αφήνει μ’ αυτήν στο ψευδοκράτος ΑΟΖ μόνο εντός των χωρικών υδάτων (12 ν.μ).

Τί θα γίνει με την ΑΟΖ της Κύπρου και το φυσικό αέριο; Το ισότιμο και συγκυρίαρχο Τουρκοκυπριακό «κράτος», θα συνταχθεί, βεβαίως, σε μια τέτοια περίπτωση, με την Άγκυρα. Ποιός θα υπερασπίσει την Κυπριακή ΑΟΖ, μετά την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Το ερώτημα τίθεται και για την ΑΟΖ της Ελλάδος, στο επίμαχο τρίγωνο Κύπρος – Ελλάδα – Αίγυπτος. Μέσω Κύπρου, η Άγκυρα θα επεδίωκε, μετά τη «λύση», να διεισδύσει στον κρίσιμο χώρο των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου, εκεί που τώρα διαγκωνίζονται παγκόσμιοι ενεργειακοί κολοσσοί.

Θα ήταν άγος και όνειδος για ολόκληρο τον Ελληνισμό να επιτρέψει στην Άγκυρα να αρπάξει, μέσω της δήθεν «λύσεως» του Κυπριακού, το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου της Κύπρου και ταυτόχρονα να εισβάλει στην ΑΟΖ της Ελλάδος.

Ο Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης, με την Αποδοχή της Πενταμερούς και τις Άλλες Παραχωρήσεις, στις Οποίες Προέβη, Έθεσε την Ελληνική Πλευρά σε Δεινή Θέση.

Οι τελευταίες υποχωρήσεις Αναστασιάδη, στο περίφημο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου, με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, χωρίς καμιά συνεννόηση με το Εθνικό Συμβούλιο στην Κύπρο και με την Αθήνα, τον απαξιώνουν πλήρως ως ηγέτη του Κυπριακού Ελληνισμού και Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι έκπτωτος στη συνείδηση του Κυπριακού λαού αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού, που παρακολουθεί, με έκπληξη και απορία, την κατρακύλα Αναστασιάδη και την ανατροπή  όλων ουσιαστικά των κόκκινων γραμμών διαπραγματεύσεως της Ελληνικής πλευράς.

Σε τρεις ημέρες, θα λάβει χώρα, μέσα σε θολό τοπίο, η Διάσκεψη της Γενεύης. Ανεξάρτητα από την έκβασή της, θα προκαλέσει, σε κάθε περίπτωση, τεράστια διπλωματική ζημιά στην Ελληνική πλευρά. Είναι προφανές ότι εάν η Ελληνική πλευρά υποχωρήσει και στα κεφαλαιώδη θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικού στρατού και μετά τη λύση αλλά και σε μια σειρά άλλα κρίσιμα θέματα, θα επιτρέψει στην Άγκυρα να καταγάγει εκ του ασφαλούς μια τεράστια  στρατηγική νίκη, όταν η ίδια αναδιπλώνεται ταπεινωτικά από τις μεγάλες φιλοδοξίες της στη Συρία και στο Ιράκ.

Με δεδομένη την πολιτική Αναστασιάδη, που δεν εκπροσωπεί πλέον τον Κυπριακό λαό, το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών πέφτει τώρα στους ώμους των Αθηνών. Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας έδωσε ένα σαφές στίγμα της Τουρκικής αδιαλλαξίας. Αποδοχή από την Ελληνική πλευρά μιας δήθεν «λύσεως», που θα παρέδιδε ολόκληρη την Κύπρο στην Άγκυρα, στο πλαίσιο ξένων στρατηγικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, θ’ αποτελούσε επαίσχυντη συνθηκολόγηση και εθνικό έγκλημα.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΑΜΕΡΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου έθεσε απροκάλυπτα στη Διάσκεψη της Γενεύης ως προϋποθέσεις για την επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό, τέσσερις Τουρκικές θέσεις:

α. Τουρκικές εγγυήσεις

β. Παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση»

γ. Αναγνώριση ως πρωτογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου του πακέτου της «λύσεως»

δ. Αναγνώριση για όλους τους Τούρκους υπηκόους. Στα 75 δηλ. εκατομμύρια της Τουρκίας των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών, τις οποίες έχουν αυτοδικαίως μόνο, οι υπήκοοι των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Ο Τούρκος υπουργός, όταν διεπίστωσε ότι η Ελληνική πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη ν’ αποδεχθεί τις θέσεις αυτές επέσπευσε την αναχώρησή του από τη Γενεύη και επεδόθη σ’ ένα διπλωματικό παιχνίδι επιρρίψεως ευθυνών για το ναυάγιο της Διασκέψεως, με ειδικότερο στόχο τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά. Ο τελευταίος είχε καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα δεν αποδεχόταν, σε καμιά περίπτωση, η «λύση» με Τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων και μετά τη «λύση».

Οι Τουρκικές θέσεις τις οποίες διεκήρυξε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών στη Γενεύη, δεν ήταν γνωστές εκ των προτέρων; Ασφαλώς και ήταν.

O Κύπριος όμως Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, σε συνέχεια της ανατροπής των Ελληνικών θέσεων, που δέχθηκε στο περίφημο δείπνο της 1ης  Δεκεμβρίου, με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί και τον εκπρόσωπο του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ Έσπεν Μπαρθ Έιντε δημιούργησε την προσδοκία και άλλων Ελληνικών παραχωρήσεων. Σ’ αυτό συνέβαλε, μεταξύ άλλων η υπαναχώρησή του από την πάγια Ελληνική θέση ότι δεν υπήρχε θέμα συγκλήσεως Διεθνούς Διασκέψεως, εάν προηγουμένως δεν ολοκληρωνόταν η διαπραγμάτευση πάνω στα θέματα της εσωτερικής πτυχής. Το αδιέξοδο όμως στις συζητήσεις του Mont Pelerin πιστοποιούσε, κατά τρόπο αναντίρρητο, ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση της εσωτερικής πτυχής. Αντιθέτως, η Τουρκική πλευρά είχε υπαναχωρήσει και σε πολύ σημαντικά θέματα στα οποία είχε δώσει προηγουμένως την εντύπωση συγκλίσεως. Συνέδεε τώρα απροκάλυπτα το εδαφικό με τα θέματα εγγυήσεων και παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση».

Γιατί, λοιπόν, με αυτά τα δεδομένα, αποδέχθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως, ερήμην μάλιστα του Εθνικού Συμβουλίου αλλά και των Αθηνών; Γιατί επιπλέον, τόσο αυτός όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Γιαννάκης Κασουλίδης, προέβησαν σε δηλώσεις, που άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο συμβιβασμών στα θέματα των Τουρκικών εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων, μετά τη «λύση», υπό τη μορφή «μεταβατικών» δήθεν ρυθμίσεων;

Η Τουρκία Πάντα Ήθελε και Ζητούσε Πενταμερή Διάσκεψη

Η Τουρκική πλευρά αποδέχθηκε, βεβαίως, προθύμως τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως, γιατί αυτή ήταν ανέκαθεν η θέση της. Απέρριπτε ασυζητητί την ιδέα μιας πραγματικά Διεθνούς Διασκέψεως, με τη συμμετοχή των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Δεν ήθελε ούτε την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια τέτοια Διάσκεψη ούτε ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα ασκούνταν πιέσεις εναντίον της για την εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. Είχε και έχει κάθε λόγο να θέλει το πλαίσιο μιας Πενταμερούς Διασκέψεως:

‣ γιατί αυτό επιβεβαιώνει το ρόλο της ως δήθεν εγγυήτριας δυνάμεως, παρά την ωμή παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως, την οποία επικαλείται,

‣ γιατί αποκλείει την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία η Άγκυρα θεωρεί ως «εκλιπούσα»,

‣ γιατί μια Πενταμερής Διάσκεψη, στην οποία συμμετέχουν οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις και οι δύο κοινότητες, αποσιωπά την Τουρκική εισβολή και κατοχή και παρουσιάζει το Κυπριακό ως διακοινοτικό αντί ως διεθνές θέμα,

‣ γιατί εξισώνει την Κυπριακή Δημοκρατία, με το ψευδοκράτος, υπό το πρόσχημα της «πολιτικής ισότητας» των δύο κοινοτήτων.

Ποιός θ’ ασκήσει πίεση στην Άγκυρα μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο; Η Μ. Βρετανία, που είναι διαχρονικός σύμμαχος της Άγκυρας και βολεύεται να δηλώνει ότι θα δεχθεί οτιδήποτε συμφωνήσουν οι δύο άλλες πλευρές; Ο ΟΗΕ, που καλείται να λάβει σημείωση της «ισότητας» των δύο πλευρών και της νεκραναστάσεως των εγγυητριών δυνάμεων από την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία; Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία καλείται ν’ αναζητήσει τρόπους όχι για την εφαρμογή των αρχών της και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου αλλά ακριβώς για το αντίθετο; Για την «προσαρμογή» δηλαδή στο Ευρωπαϊκό δίκαιο των όσων θα συμφωνηθούν από τις δύο πλευρές, ανεξάρτητα αν αυτά συνάδουν με τις Ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο;

            Ο Κύπριος Πρόεδρος και οι υποστηρικτές του στην Κύπρο, που συναποτελούν τον χορό των προθύμων για «λύση» και «ότι να’ ναι», στον οποίο περιλαμβάνεται και η ηγεσία του ΑΚΕΛ, έσπευσαν να χαιρετίσουν το γεγονός ότι για πρώτη φορά «στριμώχθηκε» δήθεν η Άγκυρα στη Γενεύη να συζητήσει τα θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση». Ότι για πρώτη φορά επίσης κατέθεσε η Τουρκική πλευρά χάρτη για το εδαφικό.

Αποτελεί μεγάλη αυταπάτη να πιστεύει κανείς και να δηλώνει ότι «στριμώχθηκε» δήθεν η Τουρκία στη Γενεύη, επειδή αποδέχθηκε αυτό ακριβώς που η ίδια ζητούσε πάντα, επιδιώκοντας να παρουσιάζει το Κυπριακό ως διακοινοτικό θέμα και όχι ως θέμα εισβολής και κατοχής. Το υποτιθέμενο «στρίμωγμα» δεν εμπόδισε καθόλου τον Τούρκο υπουργό εξωτερικών να εγκαταλείψει σκαιώς τη Διάσκεψη, όταν διεπίστωσε ότι η Ελληνική πλευρά, προεξάρχοντας του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί τις Τουρκικές εξιώσεις στα θέματα εγγυήσεων και παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση».

Όσον αφορά τον περιβόητο χάρτη, που υπέβαλε η Τουρκική πλευρά, ο ίδιος ο Κύπριος Πρόεδρος αναγκάσθηκε να παραδεχθεί και να δηλώσει ότι είναι μακράν των προσδοκιών της Ελληνικής πλευράς. Η Άγκυρα διά στόματος του ίδιου του Προέδρου Ερντογάν, έσπευσε να ζητήσει μάλιστα την παραχώρηση επιπλέον της περιοχής του Πύργου Τυλληρίας για να ενωθεί η κατεχόμενη περιοχή Μόρφου με τα Κόκκινα!

Οι ανεπιφύλακτοι υποστηρικτές των διακοινοτικών συνομιλιών, της διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα και της σημερινής αυτοκαταστροφικής πολιτικής, υποτιμούν επίσης το γεγονός ότι, σε αντάλλαγμα του Τουρκικού χάρτη, υπεβλήθη και από την Ελληνική πλευρά χάρτης, με τον οποίο η τελευταία αναγνωρίζει, ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών και τις διεθνούς κοινής γνώμης, ότι το κατεχόμενο 28,2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, γίνεται αποδεκτό ως «επικράτεια» των Τουρκοκυπρίων.

Η Σπουδή Αναστασίαδη ν’ Αποδεχθεί Νέα Πενταμερή Διάσκεψη

Μετά το Φιάσκο της Πρώτης

Είναι τραγικό πολιτικοί ηγέτες, που διαχειρίζονται την τύχη της Κύπρου, να μη διδάσκονται από τα γεγονότα, να μη εξάγουν τα αναγκαία συμπεράσματα από την ολέθρια πολιτική που ακολουθούν και να εθελοτυφλούν ότι, επιμένοντας προς την ίδια κατεύθυνση, θα συμβεί κάτι διαφορετικό και θετικό.

«Είναι πολύ ανόητο να πιστεύει κανείς ότι, επαναλαμβάνοντας την ίδια αποτυχεμένη μέθοδο, θα συμβεί κάτι διαφορετικό», έλεγε ο Αϊνστάιν.

Ο Κύπριος όμως Πρόεδρος, αντί να αξιολογήσει αντικειμενικά τα όσα συνέβησαν στη Γενεύη και να λάβει υπόψιν την αλλαγή εξουσίας στην Ουάσιγκτον, σπεύδει να επιβεβαιώσει τον εγκλωβισμό της Ελληνικής πλευράς σε μια διαδικασία, από την οποία είναι καταφανές ότι η Ελληνική πλευρά δεν έχει να αναμένει τίποτε το θετικό. Αντιθέτως, η Τουρκική πλευρά και οι γνωστοί υπέρμαχοι στο παρασκήνιο μιας φιλοτουρκικής «λύσεως», έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν την παραμονή της Κύπρου σε μια καταστροφική γι’ αυτήν διαδικασία και την επιβεβαίωση της πολιτικής και του σεναρίου της Νούλαντ από τη νέα Αμερικανική Προεδρία.

Ο Κύπριος Πρόεδρος έσπευσε, συγκεκριμένα, όταν έγινε κατάδηλη η Τουρκική αδιαλλαξία, που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αποδεκτή λύση, να συμφωνήσει για την επανάληψη της Πενταμερούς Διασκέψεως της Γενεύης τον Μάρτιο. Έσπευσε επίσης να συνδέσει την αδιαλλαξία της Τουρκικής πλευράς με το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου, καλλιεργώντας ψευδαίσθηση ότι ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν μπορεί να είναι πιο ευέλικτος και διαλλακτικός στο Κυπριακό, μετά το δημοψήφισμα.

Αντί δηλαδή να συναισθανθεί το ολέθριο λάθος που διέπραξε με την αποδοχή της Πενταμερούς Διασκέψεως, και της συνδέσεως μάλιστα με αυτήν όχι μόνον των θεμάτων των Τουρκικών εγγυήσεων και της παραμονής στρατευμάτων και μετά τη «λύση» αλλά και των πιο κρισίμων θεμάτων της εσωτερικής πτυχής, όπως είναι το εδαφικό, το περουσιακό, η εσωτερική διακυβέρνηση και η εκ περιτροπής Προεδρία, την οποία διεκδικεί αδιάλλακτα η Τουρκική πλευρά υπερακοντίζει για τη συνέχιση της ίδια διαδικασίας και του διπλωματικού εγκλωβισμού της Ελληνικής πλευράς σε μια λάθος κατεύθυνση και πολιτική. Όταν μάλιστα η Τουρκική πλεύρα εμμένει επίσης στην αναγνώριση του πακέτου της «λύσεως» ως «πρωτογενούς» Ευρωπαϊκού δικαίου και όταν προτάσσει τώρα ως προϋπόθεση για «λύση» την αποδοχή από την Ελληνική πλευρά των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών για τα 75 εκατομ. Τούρκων υπηκόων.

Χρειάζεται και τίποτε άλλο για να δρομολογηθεί η πλήρης Τουρκοποίηση της Κύπρου;

            Οι προβαλλόμενοι από το ΑΚΕΛ δήθεν «όροι» που συνδέονται με την εφαρμογή των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών, ώστε να διασφαλίζεται η σημερινή δημογραφική αναλογία 4:1, είναι οι γνωστές αυταπάτες που προεβλήθησαν και προβάλλονται και για άλλες απαράδεκτες υποχωρήσεις, όπως, η εκ περιτροπής Προεδρία και η περιβόητη «πολιτική ισότητα». Η τελευταία έγινε δεκτή υπό τον όρο ότι δεν θα είναι αριθμητική. Κατέληξε όμως να είναι Τουρκικό βέτο στα πάντα.

            Ο Κύπριος Πρόεδρος δεν έχει ακόμη αντιληφθεί, όπως επίσης η ηγεσία του κόμματός του και η ηγεσία του ΑΚΕΛ, που συνοδοιπορεί με την πολιτική του, ποιές είναι οι προθέσεις και οι θέσεις της Τουρκικής πλευράς; Περιμένει ακόμη, όπως δήλωσε, να τις εξακριβώσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Πόσο καθαρότερα μπορεί να πει η Τουρκική πλευρά τις θέσεις και τους στόχους της;

Δεν είναι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στην Πενταμερή της Γενεύης, που ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μελβούτ Τσαβούσογλου προέβαλε απροκάλυπτα τις τέσσερις Τουρκικές θέσεις, για τις οποίες έγινε αναφορά παραπάνω; Δεν είναι με την ευκαιρία της ίδια Διασκέψεως, που ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε και τα ρέστα, απορρίπτοντας την επιστροφή της Μόρφου και ζητώντας, αντιθέτως, την παράδοση στην Τουρκική πλευρά της ελεύθερης περιοχής του Πύργου Τυλληρίας για να συνενωθεί η κατεχόμενη περιοχή της Μόρφου με τα Κόκκινα;

Η Άγκυρα Επιδιώκει τον Στρατηγικό Έλεγχο Ολόκληρης της Κύπρου, την Αρπαγή του Φυσικού Αερίου της ΑΟΖ της Ελεύθερης Κύπρου και την Αξιοποίηση της Κύπρου για την Άσκηση Ρόλου από την Πίσω Πόρτα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι διαδοχικοί Τούρκοι ηγέτες από την αρχή του Κυπριακού, δεν απέκρυψαν ποτέ ότι το ενδιαφέρον τους για την Κύπρο είναι πρωτίστως στρατηγικό. Συνδέεται δηλαδή με τα στρατηγικά συμφέροντα και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Παλαιότερα, τα συμφέροντα αυτά τα συνέδεαν ειδικότερα με την ελεύθερη πρόσβαση στους λιμένες της νότιας Τουρκίας, οι οποίοι απειλούνται δήθεν από την παρουσία, σε κοντινή απόσταση, μιας μη φιλικής προς την Τουρκία Κύπρου.

Η σημερινή αντίληψη του Τουρκικού στρατηγικού συμφέροντος έχει πολύ διευρυνθεί, ανάλογα με τις προοπτικές που άνοιξε η Τουρκική εισβολή και τις μεγάλες φιλοδοξίες που προβάλλει για την Τουρκία ο σημερινός ιδίως Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν.

Η Άγκυρα επιδιώκει απροκάλυπτα τον πλήρη στρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου, περιλαμβανομένου του οικονομικού ελέγχου.

Από την άποψη αυτή, πρέπει να σημειωθεί ότι η οικονομία και οι δυνατότητες της Τουρκίας δεν είναι εκείνες της δεκαετίας του 60, του 70 ή ακόμη του 80. Είναι σήμερα πολύ υπέρτερες. Πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψιν ότι η Άγκυρα συνδέεται σήμερα με τελωνειακή ένωση με την Ευρώπη, γεγονός που έχει επίσης τη δική του σημασία για την ελεύθερη πρόσβαση των Τουρκικών προϊόντων στην αγορά ολόκληρης της Κύπρου, σε περίπτωση «λύσεως».

Αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία που θα είχε για την Άγκυρα ο στρατηγικός έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου και η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι το βάθρο της ελευθερίας και της κυριαρχίας του Κυπριακού Ελληνισμού αλλά, εμμέσως, και της γεωπολιτικής παρουσίας της Ελλάδος στην Ανατολική Μεσόγειο.

            Η περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου είναι σήμερα στο επίκεντρο μεγάλων γεωπολιτκών ανακατάξεων, με πρωταγωνιστές τις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, αλλά επίσης περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής, όπως είναι το Ισραήλ, η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος.

Εάν η Τουρκία κατόρθωνε, υπό την επίφαση μιας δήθεν «λύσεως» να θέσει υπό τον στρατηγικό της έλεγχο ολόκληρη την Κύπρο και να καταλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία θα αποκτούσε ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα και ένα βάθρο για την προβολή ηγεμονικής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως ακριβώς επιδιώκει. Η Ελλάδα θα εξοβελιζόταν οριστικά από την Ανατολική Μεσόγειο και ολόκληρη η Κύπρος σταδιακά θα εκτουρκιζόταν.

Η Άγκυρα θα αξιοποιούσε τη στρατηγική σημασία της Κύπρου προς όφελός της, όχι μόνο για την προβολή των ιδιαιτέρων εθνικών της στόχων. Θα υποθήκευε επίσης τη στρατηγική σημασία της Κύπρου στις σχέσεις της με τις Μεγάλες Δηνάμεις, την Ευρώπη και περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.

Το πλεονέκτημα που έχουν σήμερα Ελλάδα και Κύπρος και το οποίο, δυστυχώς, δεν αξιοποιούν με τον πρέποντα τρόπο και το οποίο οι ηγεσίες σήμερα του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ είναι τόσο πρόθυμες να θέσουν σε έσχατο κίνδυνο θα μεταλλασσόταν σε καίριο Τουρκικό πλεονέκτημα.

            Το ίδιο θα συνέβαινε και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Η δημιουργία ενός δικέφαλου κράτους με πολιτική ισότητα, θα μεταφραζόταν πρακτικά σε Τουρκικό έλεγχο. Το «ίσο» Τουρκικό «συνιστών κράτος» θα εξακολουθούσε να ελέγχεται από την Άγκυρα.

Μόνο αθεράπευτη και ύποπτη αυταπάτη θα μπορούσε να προβάλλει ισχυρισμούς ότι δήθεν θα υπερισχύσει, μετά από μια «λύση» ισότιμης διζωνικής ομοσπονδίας, συναδέλφωση και η πρόταξη και από τις δύο κοινότητες των καλώς νοουμένων συμφερόντων της Κύπρου.

Εξ ορισμού, τα συμφέροντα της Τουρκικής πλευράς, με μια τέτοια «λύση», θα ήταν λεόντεια σε βάρος της Ελληνικής πλευράς. Ακόμη και αν θεωρητικά όλοι οι Τουρκοκύπριοι συντάσσονταν με τις αρχές μιας σχετικά δίκαιης λύσεως, πράγμα το οποίο, βεβαίως, δεν συμβαίνει, οι έποικοι αποτελούν ήδη πλειοψηφία στα κατεχόμενα και ο Κύπριος Πρόεδρος έσπευσε ν’ αποδεχθεί να μη αποχωρήσει τελικά, με τη μια μορφή ή την άλλη, κανένας έποικος.

Η Άγκυρα δεν ελέγχει, επομένως, μόνο δημογραφικά τον κατεχόμενο βορρά. Τον ελέγχει επίσης με τον αγωγό που κατασκεύασε για τη μεταφορά νερού από την Τουρκία. Τον ελέγχει ενεργειακά, τηλεπικοινωνιακά, οικονομικά και πολιτικά.

Με τα δεδομένα αυτά, η κατάλυση της αρχής της πλειοψηφίας και η υποδούλωση της Ελληνικής πλειοψηφίας στην Τουρκοκυπριακή μειοψηφία και μέσω αυτής στην Άγκυρα, θα ισοδυναμούσε στην πράξη με πλήρη Τουρκικό έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο. Τίποτε δεν θα μπορούσε να γίνει, στην περίπτωση αυτή, και καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Άγκυρας.

Η συμμετοχή της Κύπρου, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα κατέληγε, σε μια τέτοια περίπτωση, σε μπούμεραγκ για την Ελληνική πλευρά. Η Άγκυρα, μέσω της Κύπρου και του ψευδοκράτους, που θ’ αναγνωριζόταν και θα μετατρεπόταν σε «ισότιμο» συνιστών κράτος, θα έβρισκε το δρόμο για την είσοδό της από την πίσω πόρτα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και την άσκηση επιρροής πάνω στις Ευρωπαϊκές αποφάσεις και τις Ευρωπαϊκές πολιτικές.

Το Μεγάλο Παιχνίδι της Άγκυρας στην ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος

            Η Άγκυρα επιδιώκει σήμερα να αντιβάλει τον στρατηγικό της έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο και για έναν άλλο ειδικό λόγο.

Εποφθαλμιά τα ενεργειακά κοιτάσματα στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου. Θέλει επίσης, μέσω αυτών, να εισβάλει και στην ΑΟΖ της Ελλάδος, στο σημείο που αυτή συναντάται με την ΑΟΖ της Κύπρου και της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτό, επιδιώκει η Άγκυρα να μπει στο μεγάλο παιχνίδι των ενεργειακών κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου και της Ελλάδος κρύβει στο βυθό της τεράστια ενεργειακά αποθέματα. Είναι ενδεικτική από την άποψη αυτή η εκτίμηση της Ιταλικής ΕΝΙ ότι είναι πολύ πιθανόν να βρίσκεται στην Κυπριακή ΑΟΖ ένα άλλο κοίτασμα Αλ Ζορ, το οποίο εντοπίσθηκε στη γειτονική Αιγυπτιακή ΑΟΖ και το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα στον πλανήτη.

Διεπράχθησαν ήδη από την Ελληνική πλευρά αδιανόητα λάθη στο χειρισμό του μεγάλου αυτού θέματος, υπό τη μορφή κινήσεων και δηλώσεων καλής θελήσεως, προς την Τουρκική πλευρά, με στόχο, υποτίθεται, να διευκολυνθεί η αναζήτηση «λύσεως». Οι Ελληνικές όμως αυτές υποχωρήσεις, σε συνδυασμό με τις μεγάλες υποχωρήσεις σε όλα τα άλλα θέματα, υπονομεύουν τις Ελληνικές θέσεις και θέτουν σε κίνδυνο τα στρατηγικά χαρτιά της Ελληνικής πλευράς, χωρίς να διασφαλίζεται οποιαδήποτε προοπτική μιας ανεκτής και στοιχειωδώς δίκαιης λύσεως.

Σημειώνεται σχετικά:

α. Η προσφορά Χριστόφια, από του βήματος των Ηνωμένων Εθνών, για συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στα οφέλη από το φυσικό αέριο, ακόμη και «πριν τη λύση»!

            β. Η αποδοχή Αναστασιάδη για συζήτηση του θέματος του φυσικού αερίου στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην τελευταία φάση των συνομιλιών, σε συνδυασμό, με το εδαφικό.

            γ. Οι μυστικές δεσμεύσεις Αναστασιάδη για την αποχώρηση του Τουρκικού ερευνητικού σκάφος «Barbaros» από την Κυπριακή ΑΟΖ, σε συσχετισμό με την πολιτική γεωτρήσεων και εκμεταλλεύσεως του φυσικού αερίου στην Κυπριακή ΑΟΖ της Κυπριακής Κυβερνήσεως.

            δ. Οι δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων της Κυπριακής Κυβερνήσεως για ενδεχόμενη αποδοχή εξαγωγής του φυσικού αερίου της Κύπρου, με αγωγό μέσω Τουρκίας.

            Είναι αυτονόητο ότι, στην περίπτωση λύσεως του Κυπριακού, θα επωφεληθούν από το φυσικό αέριο όλοι οι νόμιμοι κάτοικοι της Κύπρου. Η σπουδή όμως ν’ αναγνωρισθούν «δικαιώματα» στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου στους Τουρκοκυπρίους, που ταυτίζονται με την κατοχή της βόρειας Κύπρου και με το ψευδοκράτος πριν από οποιαδήποτε λύση, είναι απαράδεκτη και υπονομεύει τις θέσεις της Ελληνικής πλευράς.

Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η Άγκυρα αμφισβητεί την ΑΟΖ της Κύπρου. Προβάλλει τις γνωστές δικές της θεωρίες για την ΑΟΖ των νησιών, όπως και στο Αιγαίο, και διεκδικεί ένα πολύ μεγάλο μέρος της ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου.

Μετά από μια ενδεχόμενη λύση, θα τεθεί εκ των πραγμάτων το θέμα της οριοθετήσεως της ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και της δήθεν «Ενωμένης Κύπρου».

Ποιός θα υπερασπίσει τότε την ΑΟΖ της Κύπρου όταν θα έχει καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και όταν είναι βέβαιο ότι το «ισότιμο» Τουρκοκυπριακό «συνιστών κράτος» θα συνταχθεί με την Άγκυρα.

Είναι προφανής ο κίνδυνος με το άλλοθι μιας δήθεν «λύσεως», η Άγκυρα ν’ αρπάξει κυριολεκτικά το φυσικό αέριο της Κύπρου.

            Η διεξαγωγή γυμνασίων από Τουρκικά πολεμικά πλοία σε μικρή απόσταση από την Πάφο και οι απειλές για αποστολή πάλι του Τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Barbaros» στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου, είναι σαφή δείγματα της Τουρκικής αυτής πολιτικής. Οι απροκάλυπτες απειλές και εκβιασμοί έχουν ως στόχο τον εκφοβισμό της Ελληνικής πλευράς για την αποδοχή των Τουρκικών αξιώσεων.

Η Κύπρος Πρέπει ν’ Απαγκιστρωθεί από το Ολέθριο Πλαίσιο των Διακοινοτικών Συνομιλιών και της «Διζωνικής Ομοσπονδίας με Πολιτική Ισότητα» και να Χαράξει μια Νέα Στρατηγική, με Άξονα τη Διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Προβολή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου ως Πλαισίου Αποδεκτής Λύσεως

Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί, τον οποίον έσπευσαν ανευθύνως διάφοροι να αγιοποιήσουν ως δήθεν «προοδευτικό» και «διαλλακτικό», βρήκε βολικό πρόσχημα το ψήφισμα της Βουλής για τον εορτασμό στα σχολεία του Ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950, ως ιστορικού γεγονότος, για ν’ αναλάβει μια θορυβώδη εκστρατεία επιρρίψεως ευθυνών στην Ελληνική πλευρά για το αδιέξοδο στις διακοινοτικές συνομιλίες. Καταγγέλλει ο Μουσταφά Ακιντζί την Ελληνική πλευρά ότι επιδιώκει και προπαγανδίζει δήθεν την Ένωση. Πραγματική του όμως επιδίωξη, είναι η συγκάληψη της πλήρους αδιαλλαξίας της Τουρκικής πλευράς, που οδήγησε τις συνομιλίες σε αδιέξοδο, παρά τις αδιανόητες υποχωρήσεις Αναστασιάδη.

Η Τουρκική πλευρά θέτει τώρα νέες προϋποθέσεις για να επανέλθει στις συνομιλίες. Όχι μόνο ανάκληση του ψηφίσματος της Βουλής κατά Τουρκική επιταγή, που θα ενέγραφε υποθήκες για το μέλλον, αλλά και αποδοχή των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών για όλους τους Τούρκους υπηκόους.

            Ο Κύπριος Πρόεδρος, αντί να απορρίψει ασυζητητί τις ιταμές Τουρκικές αξιώσεις, άγεται πάλι από το ίδιο ενδοτικό πνεύμα, που τον οδήγησε στο φιάσκο της Πενταμερούς της Γενεύης. Ακόμη και σε ό,τι αφορά τις τέσσερις Ευρωπαϊκές ελευθερίες, αντί ν’ αποκλείσει εξ αρχής οποιαδήποτε συζήτηση, παρέπεμψε το θέμα στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνγκερ, αφήνοντας το θέμα ανοικτό σε μηχανορραφίες του παρασκηνίου σε βάρος της Κύπρου. Ήδη εκφράσθηκαν ιδέες από καλοθελητές για αναζήτηση συμβιβαστικής φόρμουλας σ’ αυτό το θέμα, με βάση το προηγούμενο, που έγινε δεκτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σχέση με την Πορτογαλία και τη Βραζιλία.

Ποιά σχέση όμως έχει η Πορτογαλία και η Βραζιλία με την Τουρκική κατοχή στην Κύπρο, η οποία πρέπει επιπλέον να επιβραβευθεί και με τις τέσσερις Ευρωπαϊκές ελευθερίες για όλους τους Τούρκους υπηκόους;

            Η Βρετανική διπλωματία δεν έχασε επίσης την ευκαιρία να προστρέξει για την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, διά του γνωστού φερεφώνου, υπό τον μανδύα του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Έιντε. Πρότεινε παρασκηνιακά να γίνει δεκτή μια συμβιβαστική φόρμουλα για τις τέσσερις Ευρωπαϊκές ελευθερίες, με αντάλλαγμα τη σιωπηρή αποδοχή από την Ελληνική πλευρά των Τουρκικών θέσεων στα θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση»! Στο πνεύμα αυτό, συστήνει να επαναληφθούν οι συνομιλίες πάνω στα άλλα εκκρεμή θέματα και να εξαιρεθούν από την ημερισία διάταξη τα θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων.

Η Βρετανική διπλωματία, διαχρονικός σύμμαχος της Τουρκικής πλευράς, προηγείται, επιδιώκοντας να ρυμουλκήσει και την πολιτική του νέου Αμερικανού Προέδρου στην ίδια γραμμή που χάραξε η Βικτώρια Νούλαντ.

Για το σκοπό αυτό, επιδιώκεται η επανάληψη των συνομιλιών για να διατηρηθεί το ίδιο πλαίσιο και ο εγκλωβισμός της Ελληνικής πλευράς.

Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι οι ηγεσίες των δύο κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που επωμίσθηκαν την ευθύνη της ακολουθούμενης αυτοκαταστροφικής πολιτικής, μαζί με τον Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη, δεν βρήκαν το σθένος και την παρρησία να διαπιστώσουν ότι η πολιτική που υποστηρίζουν και προωθούν είναι αδιέξοδη και καταστροφική για την Ελληνική πλευρά και ότι είναι, στην πραγματικότητα, συμπληρωματική της Τουρκικής στρατηγικής.

            Αντιθέτως, υποκαθιστούν με συνθήματα προπαγάνδας την αντικειμενική διάγνωση της πραγματικότητας και ορισμένοι από αυτούς φτάνουν στο σημείο να αντιστρέφουν σκοπίμως και δολίως τα πράγματα και να ισχυρίζονται, χωρίς αιδώ, ότι δήθεν η Κύπρος κινδυνεύει με Τουρκοποίηση αν δεν προστρέξει ν’ αποδειχθεί μια «λύση» Τουρκικών προδιαγραφών! Άλλοι από αυτούς και δορυφορούμενοι υποψήφιοι μνηστήρες του χρίσματος του ΑΚΕΛ για τις Προεδρικές εκλογές φτάνουν στο σημείο να συντάσσονται με τον Ακιντζί, με άλλοθι το ψήφισμα για το Ενωτικό δημοψήφισμα.

Η Κύπρος με τις πολιτικές και τις ηγεσίες αυτές έχει περιέλθει σε δεινή θέση, όταν η Τουρκική αδιαλλαξία θα έπρεπε να είχε διαλύσει οποιαδήποτε αυταπάτη σχετικά με τους Τουρκικούς στόχους και το ποια «λύση» εννοεί στο Κυπριακό η Άγκυρα.

Δεν επιτρέπεται συνέχιση της ίδιας καταστροφικής πολιτικής. Υπονομεύει την ίδια την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα ευνοϊκά υπέρ της Κύπρου ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Τη θέση της Κύπρου στη Ευρωπαϊκή Ένωση. Το στρατηγικό χαρτί του φυσικού αερίου. Τις περιφερειακές στρατηγικές συμμαχίες της Κύπρου με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες χώρες της περιοχής.

Η Παραμονή στο Status Quo της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι Επιβεβλημένη Ανάγκη για όσο Καιρό η Τουρκική Αδιαλλαξία δεν Επιτρέπει Αποδέκτη και Βιώσιμη Λύση

Είναι προφανές ότι κανένας άλλος δεν θέλει περισσότερο λύση από αυτούς που έχουν το πρόβλημα. Η λύση όμως δεν πρέπει να γίνει εμπαιγμός και απάτη και να καταλήξει σε παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στην Άγκυρα, με αφελείς και έωλες ελπίδες και ψευδαισθήσεις.

Εάν δεν είναι εφικτή μια αποδεκτή λύση, η Κύπρος πρέπει να υπερασπίσει το status quo της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι το βάθρο της κυριαρχίας και της ελευθερίας του Κυπριακού Ελληνισμού και όχι να συνεργήσει στην κατάλυσή της.

            Οι θέσεις τις οποίες προβάλλει απροκάλυπτα η Άγκυρα και ο εγκάθετός της στην Κύπρο Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν βάση για μια στοιχειωδώς δίκαιη και βιώσιμη λύση.

Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η κατάλυση της δημοκρατικής αρχής και η υποδούλωση της πλειοψηφίας στην Τουρκοκυπριακή μειοψηφία και μέσω αυτής στην Άγκυρα. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εξαίρεση των Ελλήνων της Κύπρου από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, με τη μέθοδο της αναγνωρίσεως του πακέτου της «λύσεως» ως «πρωτογενούς» Ευρωπαϊκού δικαίου. Είναι θράσος να προβάλλεται η αξίωση για εκ περιτροπής Προεδρία και για Τουρκικό βέτο σε όλα τα επίπεδα. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο και δεν συμβιβάζεται με καμιά δημοκρατική αρχή και με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιδίωξη της Άγκυρας να χρησιμοποιήσει το εδαφικό και την «επιστροφή» ενός μικρού ποσοστού του κατεχόμενου εδάφους ως δέλεαρ για την υπαγωγή ολόκληρης της Κύπρου υπό Τουρκικό έλεγχο, με την επίφαση μιας δήθεν «λύσεως».

            Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η αξίωση της Άγκυρας για την αναγνώριση των τεσσάρων Ευρωπαϊκών ελευθεριών σε όλους τους Τούρκους υπηκόους ούτε οι αξιώσεις της για Τουρκικές εγγυήσεις και για παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων μετά τη λύση. Η Άγκυρα δεν έδειξε, επί σαράντα τρία χρόνια, καμιά ευελιξία, καμιά αλλαγή και καμιά υποχώρηση από τις γνωστές θέσεις της. Περιορίσθηκε μόνο σε κινήσεις τακτικής και προπαγάνδρας, όπως εσχάτως η προβολή του Τουρκοκυπρίου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί ως μετριοπαθούς ηγέτη που θέλει «λύση» στο Κυπριακό.

Οι εξελίξεις στην ίδια την Τουρκία και ο υπερφίαλος Νεο-Οθωμανικός και Ισλαμικός αυτοκρατορισμός του Ταγίπ Ερντογάν, που δεν αποκρύπτει τις επεκτατικές προθέσεις του, δεν παρέχουν κανένα εχέγγυο πολιτικής θελήσεως για την αναζήτηση μιας λογικής και έντιμης λύσεως στο Κυπριακό. Αντιθέτως, η Άγκυρα επιδίδεται σε μια άνευ προηγουμένου προκλητική πολιτική τόσο έναντι της Κύπρου όσο και έναντι της Ελλάδος, προβάλλοντας απροκάλυπτα εδαφικές διεκδικήσεις και διεκδικήσεις σε βάρος της ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος.

            Είναι ώρα ο Κυπριακός λαός να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής του μελλοντός του και να επιβάλει με τη θέλησή του μια νέα στρατηγική:

‣ για την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας,

‣ για την επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής και αγώνα εναντίον τους,

‣ την πατριωτική ενότητα του Κυπριακού λαού, πέρα από κόμματα και κομματικές παρατάξεις,

‣ τη διαφύλαξη των στρατηγικών συμμαχιών και των διεθνών ερεισμάτων της Κύπρου,

‣ την απόρριψη οποιουδήποτε σχεδίου, που θα βρυκολακιάζει το σχέδιο Ανάν και θα είναι ακόμη πολύ χειρότερο,

‣ την αναζήτηση λύσεως, μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, όπως επίσης στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ,

‣ τη συμπαράταξη και το ενιαίο μέτωπο Κύπρου και Ελλάδος κατά του Τουρκικού επεκτατισμού.

  • Πρέσβυς ε.τ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*