Η ολίσθηση της στρατιωτικής πλευράς του Κυπριακού προς ένα νέο σχέδιο Αννάν

Link

Δημήτρης Αλευρομάγειρος

Κυπριακό: Στην κόψη του ξυραφιού

Υπεύθυνες Απόψεις

Προς Απανταχού Πολίτες και Πολιτικούς

Kypriako stin kopsi tou xyrafiou 1a mapΕισαγωγικά θα ήθελα να επισημάνω ότι η παρέμβασή μου αυτή γίνεται με απόλυτο σεβασμό προς τις εκλεγμένες πολιτικές ηγεσίες της Κύπρου και της Ελλάδας και πιστεύω ότι η όποια αντίθεσή μας σε ότι δρομολογείται ενισχύει αυτές τις ηγεσίες στην προσπάθειά τους να αντιδράσουν σε ένα απόλυτα ιμπεριαλιστικής φόρμουλας σχέδιο, το οποίο φοβούμαι ότι δεν θα απέχει του άθλιου σχεδίου Άνναν. Ενός σχεδίου που απέρριψε με τεράστια πλειοψηφία ο Κυπριακός Λαός.

Ευθύς εξ αρχής ήθελα να τονίσω ότι όταν προ μηνός μιλήσαμε στην Πάφο –μετά από πρόσκληση του εκεί Μητροπολίτου και παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου –ήταν η επόμενη της τεράστιας σημασίας κίνησης της Ελληνικής πλευράς στην πρόσφατη συνάντηση στο Μον Πελερέν (το ανέφερε και ο Μακαριότατος) όπου ανετράπη την τελευταία στιγμή η ολίσθηση σε πρακτικές τύπου Άνναν και εύχηθήκαμε τότε να ανατραπεί η μέχρι τότε ενδοτική στάση και να ξεκινήσει η προσπάθεια για μια νέα χάραξη της στρατηγικής για αντικειμενικά δίκαιη επίλυση του Κυπριακού.

Δυστυχώς, όπως γνωρίζουμε, η κατάσταση ανετράπη με το γνωστό δείπνο της 1ης του Δεκέμβρη και ήδη ευρισκόμεθα ενώπιον μιας πολύ αρνητικής για την Ελληνική πλευρά διάσκεψη στη Γενεύη μεθαύριο.

Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση του διακεκριμένου δημοσιογράφου της Κύπρου Λάζαρου Μαύρου, ο οποίος επεσήμανε ὀτι ήδη με τη δρομολόγηση αυτή, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η Τουρκική πλευρά έχει ήδη καταγάγει διπλωματική νίκη.

Από στρατιωτικής, δηλαδή πλευράς ασφάλειας, θα περιορισθώ σε ελάχιστες επισημάνσεις, δεδομένου ότι το θέμα το αναλύει άριστα ο Αντιστράτηγος Φοίβος Κλόκαρης, πρώην υπουργός Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας επί Προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου και πρώην Υπαρχηγός του Επιτελείου της Εθνικής Φρουράς Κύπρου, την εισήγηση του οποίου θα σας διαβάσω το απόγευμα.

Όταν το 2005 η υπό τον παρόντα καθηγητή Γ. Κασιμάτη επιστημονική ομάδα των οκτώ ξένων εμπειρογνωμόνων, στην οποία επίσης μετείχαν οι εκ των παρόντων καθηγητής Παν. Ήφαιστος και πρέσβης Περ. Νεάρχου, συνέταξε το πόρισμά της, πόρισμα το οποίον, υπενθυμίζω, υπεβλήθη σε όλα τα κυπριακά κόμματα και στους Τ/Κ αλλά και στα ελληνικά κόμματα, ο εκ των συμμετεχόντων στους ξένους εμπειρογνώμονες Άγγλος, παρακαλώ, καθηγητής, είπε ότι “δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο κρατική οντότητα που να μην έχει ενιαίες δυνάμεις ασφαλείας”.

Συνεπώς, επισημαίνουμε εμείς ότι, η σχετική πρόνοια η οποία υποτίθεται ότι προέβλεπε κάποια παραλλαγή αυτού, προκειμενου να συσκοτίσει την τελική εικόνα, έδωσε και σε αυτό το σημείο το στίγμα μιας τελείως φαλκιδευμένης πρότασης που διέτρεχε το τότε απαράδεκτο σχέδιο Αννάν, το οποίο ευρίσκεται πλέον ενώπιον μας με τη χειρότερη εκδοχή του.

Υπενθυμίζω επίσης ότι η Τουρκία ουδέποτε αναίρεσε το Δόγμα ασφαλείας της Τουρκίας σε σχέση με το Κυπριακό. Ὀτι δηλαδή και επίσημα και ανεπίσημα δηλώνουν ότι το Κυπριακό το έλυσαν το 1974 και ότι η δήλωση αυτή δεν αναιρέθηκε ούτε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων εν όψει του σχεδίου Αννάν, ούτε κατά την πρό της έναρξης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας για την ΕΕ περίοδο, ούτε φυσικά και τώρα. Τουναντίον, μας το επαναλαμβάνουν συνέχεια και είναι αυτό που διατρέχει την όλη φιλοσοφία της γείτονος τόσο για την Κύπρο όσον και για την Ελλάδα.

Η θετική στροφή των Ελληνικών και της Κυπριακής Κυβέρνησης, τα τελευταία δυο χρόνια, στο να τοποθετήσει ως κόκκινη γραμμή το θέμα της κατάργησης των εγγυήσεων, αντιμετωπίζεται σχεδόν με περιφρόνηση από την Τουρκική πλευρά και είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι στην πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου στην Αθήνα, ετέθη ρητά από ελληνικής πλευράς, δημοσίως, τόσο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και από τον Πρωθυπουργό. Όμως, στην πράξη, πηγαίνουμε στη Γενεύη με σκιές στις γραμμές αυτές.

Η καθαρά στρατιωτική πλευρά του Κυπριακού

Κυρίες και Κύριοι,

θα ξεκινήσω υπενθυμίζοντας την, προ 2.500 χρόνων, προτροπή του Δημοσθένους «Στηρίζεσθαι εις εαυτούς υμών αυτών εστι», γιατί το ξεχνάμε συνεχώς, και όσο και αν φταίνε οι όποιοι αντίπαλοί μας τα συμφέροντά τους εξυπηρετούν. Εμείς τι κάνουμε για να στηρίξουμε τα δικά μας;

Η στρατηγική αξία της Κύπρου είναι όλως εξαιρετική και έγκειται κυρίως σε δύο πραγματικές καταστάσεις:

Α. Στο ότι επιδρά καταλυτικά σε επιχειρήσεις στην Αν. Μεσόγειο,Τουρκία, Μ. Ανατολή, Καύκασο, Αραβικό κόσμο και νησιωτική Ελλάδα, και

Β. Η νήσος Κύπρος αποτελεί προκεχωρημένη βάση πλαγιοφυλάσσουσα τη θαλάσσια οδό Γιβραλτάρ – Μάλτα – Σουέζ – Ινδικό ωκεανό, μετέχουσα στον κρίκο μιας σειράς φυσικών βάσεων Γιβραλτάρ – Μάλτας – Κύπρου – Περσικού.

Η στρατιωτική αξία της Κύπρου αυξομειούται ανάλογα με τις διεθνείς συνθήκες, τη διαφοροποίηση της ισχύος των τοπικών, περιφεριακών και παγκοσμίων δυνάμεων και των οσημέραι εξελίξεων των πολεμικών μέσων και μεθόδων πολέμου. Με τη σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα και ειδική κατάσταση (αναταραχή σε Μ. Ανατολή, σήμερα στη Συρία και η εμφάνιση του ISIS) εκτιμάται ότι η στρατιωτική της αξία εξακολουθεί να είναι υψηλή και στο ίδιο σχεδόν επίπεδο που ήταν στους Α΄ και Β΄ παγκόσμιους πολέμους και την εποχή του πολέμου στο Σουέζ.

Η αυτονόητη αυτή στρατιωτική στρατηγική της αξία, με καθαρά ψυχρή στρατιωτική οπτική, είναι και η βασική αιτία του διαχρονικού προβλήματος της Κύπρου.

Κάνοντας μια μικρή χρονική αναδρομή, με αρχή τις σχιζοφρενικές συμφωνίες-συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου (ζουρλομανδύα τις είχε ονομάσει ο Κάλλαχαν), θα υπενθυμίσουμε ορισμένα κεφαλαιώδους σημασίας άρθρα, τα οποία συνετέλεσαν στη διαχρονική διατήρηση της ανωμαλίας, η οποία με τον έναν ή άλλον –γνωστό σήμερα– τρόπο οδήγησαν το Κυπριακό στη σημερινή κατασταση…

Συμφωνίες Ζυρίχης

«Η Μ. Βρεττανία διατηρεί τις βάσεις στις περιοχές Ακρωτήρι, Επισκοπή, Παραμάλι, Δεκέλεια, Πέργαμο, Άγ. Νικόλαος και Ξυλοφάγου και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λιμάνι Αμμοχώστου και το αεροδρόμιο Λευκωσίας».

«Εγκαθιδρύεται στη νήσο τριμερές στρατηγείο Ελλάδας –Τουρκίας και Κυπριακης Δημοκρατίας με αρχηγό διαδοχικά αντιπρόσωπο μιας από τις τρεις δυναμεις. Ελληνική στρατιωτική δύναμις 950 ανδρών (ΕΛΔΥΚ) και Τουρκική 650 (ΤΟΥΡΔΥΚ) θα παραμείνει στην Κύπρο ως εγγύηση των συμφωνιών»

Συνθήκη Εγγυήσεως

Άρθρο 2. Η Ελλάδα, το Η.Β. και η Τουρκία λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας της Κύπρου που περιλαμβάνονται στο άρθρο της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν και εγγυώνται την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Δημοκρατίας της Κύπρου όπως και την κατάσταση που δημιουργήθηκε με τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματός της.

[…………………..] αναλαμβάνουν ομοίως να απαγορεύουν, όσον τους είναι δυνατόν, κάθε δραστηριότητα που αποβλέπει άμεσα ή έμμεσα, είτε στην ένωση της Δημοκρατίας της Κύπρου με οποιοδήποτε άλλο κράτος, είτε στο διαμοιρασμό της νήσου.

Άρθρο 4. Σε περίπτωση παραβιάσεως των όρων (κ.λπ.)… η Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τις παραστάσεις ή τα μέτρα τα αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων αυτών.

Εφ’ όσον η κοινή ή συντονισμένη ενέργεια θα αποδεικνυόταν αδύνατη, κάθε μια από τις εγγυήτριες Δυνάμεις επιφυλάσσει σε εαυτήν το δικαίωμα να ενεργεί με μόνο σκοπό την επαναφορά της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την παρούσα συνθήκη»…..

Την παραπάνω επισήμανση την κάναμε για να δώσουμε έμφαση στην «νομική» γενεσιουργό αιτία τόσο των αφορμών που οδήγησαν στα ολέθρια αποτελέσματα της καταστροφής του 1974, όσο και στην υπενθύμιση ότι τα άρθρα της συνθήκης Εγγυήσεως υπήρχαν και στις «ιδέες Γκάλι» και υπήρχαν αυτούσια στο σχέδιο Αννάν και η τουρκική πλευρά επιμένει να διατηρηθούν και σήμερα.

Σημερινή στρατιωτική κατάσταση

Παραλείποντας τις κουραστικές λεπτομέρειες θα παρουσιάσω τη σύγκριση δυνάμεων.

Στρατευματα:

Κατοχικές δυνάμεις σήμερα (2016) 42.500

Τ/Κ 3.500 (εφεδρεία 26.000)

Εθνική Φρουρά 12.000 (εφεδρεία 50.000), δηλ. 3,5/1

Άρματα Μάχης (δηλ. 2,5/1)

Τ/Θ οχήματα μεταφοράς προσωπικού (δηλ. 2,1/1)

Αν στις δυνάμεις αυτές υπολογίσουμε την εγγύτητα της Τουρκίας και την ουσιαστική ανυπαρξία αξιόπιστης Α/Α άμυνας της E.Φ. (γνωστή η ιστορία των S 300) διαπιστώνουμε την πλήρη αεροπορική κυριαρχία των Τούρκων, σημείο καθοριστικό για κάθε στρατιωτική επιχείρηση.

Ιδέες Γκάλι – Σχέδιο Αννάν

Στις ιδέες Γκάλι υπήρχε μια χλιαρή αναφορά για την ύπαρξη χρονοδιαγράμματος αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και παρ’ όλα αυτά είχε αποκρουσθεί σθεναρά από την Τ/Κ πλευρά, η οποία εξαρτούσε την αποχώρηση και την μετατόπιζε σε παράλληλες φάσεις εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων.

Στο σχέδιο Αννάν (χωρίς να υπεισέλθω σε τεχνικές λεπτομέρειες προσδιορισμού του τύπου των δυνάμεων), στο αρθρο 8, η συνθήκη εγγυήσεως καλύπτει και τα συστατικά (“συνιστώντα”, όπως αναφέρει η γ´ εκδοχή του σχεδίου) κράτη. Καθορίζεται ισομερής δύναμη (10.000 στο πρώτο, μεταξύ 2.500-7.500 στο δεύτερο και ήδη στο γ´ σε 6.000 για έκαστο κράτος με δικαίωμα αναθεώρησης το 2010. Επιπλέον με το τρίτο σχέδιο “τα στρατεύματα θα αποχωρήσουν οριστικά με την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε…” Σε κάθε περίπτωση ένα νέο στοιχείο εκβιασμού και ακύρωσης μιας θεωρητικής, έστω, άρνησης της Κύπρου στην είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, οψέποτε προκύψει, είναι γεγονός.

Γενικά Συμπεράσματα

          1. Εφ’ όσον υιοθετείτο το σχέδιο Αννάν για τις δυνάμεις ασφαλείας, τότε οι ουσιαστικές δυνάμεις οι οποίες θα επιδρούσαν στην ασφάλεια της Κύπρου θα ήταν κατά σειράν οι παρακάτω:

          –Οι δυνάμεις του Ην. Βασιλειου (2.800 με ένα σμήνος Α/Φ) [1] αυτές που βρίσκονται στο νησί και όσες και όταν μπορούν να έρθουν.

          Όταν θα αποχωρούσαν οι κατοχικές δυναμεις –κάτι που κατ᾽ επανάληψη απορρίπτει η Τουρκία– τότε η στρατιωτική υποδομή που έχει δημιουργηθεί (αεροπορική, λιμενική, άριστη οργάνωση εδάφους κ.ά.) δίνει το δικαίωμα στις εγγύτατα ευρισκόμενες τουρκικές δυνάμεις να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρολο.

          –Πέρα όμως και πάνω απ’ αυτές, τον κύριο λόγο θα διαδραματίσουν οι δυνάμεις που θα έρθουν στο έδαφος της Κύπρου ως διεθνείς, αφού στο άρθρο 8 του απορριφθέντος σχεδίου, και εικάζεται ότι συνεχίζει αυτή η φιλοσοφία, αναγράφει ότι “Η Κύπρος δεν θα θέσει το έδαφός της στη διάθεση καμμιάς διεθνούς στρατιωτικής επιχείρησης χωρίς την έγκριση της Ελλάδας και της Τουρκίας ή τη σύμφωνη γνώμη των συνιστώντων κρατών”. –Παρακολουθώντας τα σημερινά δρώμενα και με βάση και την πείρα μας από τον πόλεμο στο Ιράκ και άλλους πολέμους στη Μ. Ανατολή, γίνεται αντιληπτό πόσο εύκολα μπορεί να φαλκιδευθεί αυτή η διάταξη. Τελικά και από τη δική μου, τη στρατιωτική, οπτική θέλω να επισημάνω ότι παραιτηθήκαμε εθελοντικά από τα διαδοχικά ψηφίσματα του ΟΗΕ (από το 1974 μέχρι σήμερα) και ουσιαστικά ακυρώσαμε το δίκαιο των προσπαθειών μας και συνεχίζοντας τις συζητήσεις και μάλιστα με μια ανεξήγητη βιασύνη να τελειώνουμε τώρα που και οι δυο χώρες, Ελλάδα και Κύπρος, βρίσκονται στον κυκλώνα της οικονομικής κρίσης, δικαιώναμε και νομιμοποιούσαμε την εισβολή και κατοχή, η οποία απετέλεσε τον σταθερό στρατηγικό στόχο της Τουρκίας από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκραίιας το 1960, για να μην πω από την περίφημη πενταμερή της δεκαετίας του 1950. Απλά θέλω να υπενθυμίσω ότι ο ίδιος ο Γ.Γ. του ΟΗΕ το 1964, Ου Θαντ, είχε προειδοποιήσει ότι κάποτε θα φτάσουμε στο σημείο του γεωγραφικού διαχωρισμού μέσω της τουρκικής πολιτικής.

          –Η στρατιωτική απώλεια της Κύπρου, τέλος, σε συνδυασμό με την παραπάνω ανάλυση, αφού βέβαια πετάει στα σκουπίδια το “περίφημο Δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου» (ενώ ουσιαστικά δεν ενοχλεί καθόλου το αντίστοιχο τουρκικό), τραυματίζει βαρύτατα τη γεωστρατηγική άμυνα του Αιγαίου.

Προτάσεις

1.           Είναι πρόδηλον πλέον (βλέπε και βιβλίο Κ. Βενιζέλου – Μ. Ιγνατίου – Ν. Μελέτη) ότι η επανάληψη της φιλοσοφίας ενός σχεδίου Αννάν δεν δημιουργούσε κρατική οντότητα αλλά ένα προτεκτοράτο ανύπαρκτου κρατικού κύρους, ανύπαρκτης ασφάλειας και υπό σκληρή δοκιμασίαν οικονομίας (η οποία βέβαια θα έπληττε πλήρως την ελληνοκυπριακή πλευρά).

2.           Η αφαίρεση του ευρωπαϊκου κεκτημένου, ακόμη και για το μέλλον με ανυπαρξία έστω μεταβατικών διατάξεων, η απουσία της Κύπρου από τις πρόνοιες του Ευρωστρατού δεν σημαίνουν ότι η Κύπρος έχασε τη στρατηγική της αξία. Αυτή υπάρχει και θα την ενέμοντο δυνάμεις ξένες προς τα συμφέροντα του Λαού της.

3.           Η ύπαρξη των εγγυητριών δυνάμεων το μόνο που εγγυάται είναι μια νέα εισβολή, και αυτή βέβαια δεν θα γίνει από την Ελλάδα. Τόσον λοιπόν η ύπαρξη των εγγυητριών δυνάμεων όσον και η ύπαρξη δυνατότητας μονομερούς επέμβασης πρέπει να αποκλεισθεί ρητά πλέον, όπως και διατυπώθηκε στο Μον Πελερέν, ως αδιανόητη και η τυχόν διατάραξη της κατάστασης πρέπει να ρυθμίζεται εντός του κυρίαρχου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν, παρ’ ελπίδα, εξακολουθήσει να πλανάται αυτή η πρόνοια, είναι καιρός πλέον να αντιληφθούμε όλοι ότι εμπεριέχει αυτή καθ᾽ εαυτή το σπέρμα της καχυποψίας και της –σε περίπτωση αναταραχής– δυνατότητας επέμβασης, αυτό –και δεν το σημειώνουμε με μόνιμη διάθεση καχυποψίας– μπορεί να φαλκιδευτεί.

Και σε μια λύση του Κυπριακού, οι δυνάμεις ασφαλείας πρέπει να είναι κοινές, ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές (με την αναλογία 82/18%), αφού εξαφανισθεί και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης και έποικος.

Πριν ολοκληρώσω, ήθελα να τονίσω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι γυμνή σε αυτόν τον αγώνα επιβίωσής της. Είναι μέλος της ΕΕ, και μάλιστα με πολύ οικονομικό κόστος. Ας εκμεταλλευτεί τουλάχιστον τις αρχές της, και εννοώ το ευρωπαϊκο κεκτημένο. Έχει τις καλλίτερες σχέσεις με τη Ρωσία, τους Άραβες και ιδιαίτερα την Αιγυπτο, δεν είναι άσχημες οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και, τελικά, έχει κατορθώσει το θέμα των φυσικών αερίων να το λειτουργεί θετικά. Ποιος ο λόγος λοιπόν να παραδοθεί άνευ όρων στις από πολλού σχεδιαζόμενες ορέξεις της Τουρκίας και να υπογράψει την αποδοχή της κατοχής, γιατί περί αυτού πρόκειται.

Στην προσπάθεια του Κυπριακού Λαού, που παλεύει σχεδόν μόνος εναντίον των αφόρητων πιέσεων που δέχεται, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι σ’ αυτή τους την προσπάθεια τους στηρίζει όλος ο Ελληνικός Λαός και, μη λησμονώντας ότι οι Κύπριοι, αφού πάλεψαν εναντίον μιας αυτοκρατορίας το 1955-59 και εναντίον των εισβολέων το 1974, θα τους συμπαρασταθεί απόλυτα σ’ αυτή την τιτάνια μάχη που δίνουν τώρα. Και όταν αφεθούν ελεύθεροι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκυπριοι, να αποφασίσουν μόνοι τους, τότε και θα βρεθεί μια υγιής λύση και θα ευτυχήσουν να ζήσουν ειρηνικά σε έναν νέο κόσμο, απαλλαγμένοι από τις φοβίες και τα συμπλέγματα του παρελθοντος. Άλλως, οι πιέσεις του διεθνούς παράγοντα τύπου σχεδίου Αννάν, θα είναι μια νέα αφορμή δυστυχίας και για τις δυο κοινότητες.

  • Δημήτριος Αλευρομάγειρος, Αντιστράτηγος ε.α., Επίτιμος Γενικός Επιθεωρητής Στρατού

Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο, 9 Ιανουαρίου 2017

  • (1) Υπάρχουν τώρα και οι δυνάμεις ΟΥΝΦΙΚΥΠ 850

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*