Μπάλα και πολιτική

Γιώργος Σιακαντάρης
TA NEA online

[Τρίτη άποψη] Πώς καλλιεργείται η βία και δολοφονείται το αθλητικό θέαμα

Το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου άρχισε – έστω το μισό – μέσα σε κλίμα γενικευμένης σήψης και παρακμής. Κάθε φορά όμως που συμβαίνει ένα γεγονός βίας και διαφθοράς στο ελληνικό ποδόσφαιρο, κάποιοι κάνουν σαν να τους ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι ενώ βάδιζαν στην έρημο.
Μετά τα γεγονότα βίας στα Πετράλωνα, τις προάλλες, όπου χούλιγκαν επιτέθηκαν σ’ άλλους χούλιγκαν, περίσσεψαν η οργή και τα αναθέματα.
Οι συγκρούσεις μεταξύ χούλιγκαν εκτός αγωνιστικών χώρων είναι κάτι που συμβαίνει αδιαλείπτως εδώ και 20 χρόνια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές έχουν χαθεί. Εκπλήσσει, συνεπώς, η γενικευμένη υποκρισία και το πρωτοφανές κλίμα ηθικολογίας που διαδίδεται στον δημόσιο λόγο περί ποδοσφαίρου και περί ομαδικών αθλημάτων. Σήμερα ανακαλύπτουμε τον ρόλο διεφθαρμένων παραγόντων και ζητάμε την κεφαλή τους και την κεφαλή των ομάδων στις οποίες προήδρευαν. Λίγοι όμως αναρωτιούνται ποιο ήταν το θεσμικό, αλλά και το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που επέτρεψε άνθρωποι του υποκόσμου (και κατήγοροί τους προέρχονται από τον ίδιο κόσμο) να αναλάβουν τις τύχες αυτών των ομάδων.
Οι οργισμένοι κατά της ποδοσφαιρικής βίας, πολλές φορές είναι οι ίδιοι που βλέπουν επαναστατικά σκιρτήματα στην «εξέγερση» της Κερατέας, στον αγώνα των ιδιοκτητών φορτηγών και ταξί, στους «αγωνιστές» του κλεισίματος των λιμανιών, στην οργή των αγανακτισμένων του Συντάγματος. Αρκετοί απ’ αυτούς που κατηγορούν για την ποδοσφαιρική ανομία τον Μπέο, τον Ψωμιάδη και τις διαχρονικές παράγκες είναι οι ίδιοι που ομνύουν στην άρνηση εφαρμογής του νόμου, είναι όσοι κινούνται από το «κίνημα» δεν πληρώνω εισιτήρια, διόδια κ.λπ., είναι όσοι δεν εφαρμόζουν τον νόμο στα πανεπιστήμια και όσοι αναγνωρίζουν το Σύνταγμα όποτε, όπου και αν θέλουν.
Αν αποτελεί κοινοτοπία, λοιπόν, να υποστηρίζει κανείς πως το ποδόσφαιρο αποτελεί καθρέφτη μιας κοινωνίας, δεν είναι τέτοια και η άποψη που υποστηρίζει πως στο ποδόσφαιρο, λόγω και της μαζικής του απήχησης ως κοινωνικού φαινομένου, θερίζουμε ό,τι σπέρνουμε χρόνια στην ελληνική κοινωνία.
Ο δημόσιος λόγος σ’ αυτήν τη χώρα, εδώ και πολλά χρόνια, αλλά με ιδιαίτερη ένταση τα δυο τελευταία, φυτεύει τον σπόρο του εγκωμίου της βίας και της ανομίας. Τα θλιβερά γεγονότα των Πετραλώνων, όπως και πολλά άλλα πριν απ’ αυτά, είναι απόδειξη ότι τμήμα της κοινωνίας ζει και τρέφεται με το μίσος. Το μίσος κατά του άλλου, όποιου σκέπτεται διαφορετικά, μαζί με τον λαϊκισμό, είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα που ταλανίζουν αυτόν τον τόπο. Μερικά δείγματα απ’ αυτήν τη σκέψη βλέπουμε στο ποδόσφαιρο, γιατί εδώ, σ’ έναν χώρο υψηλής μαζικότητας, υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την ισχυρότερη παρουσία και της βίας και του λαϊκισμού.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δυστυχώς, σοβαρό θέμα είναι και η διαπλοκή εντός του ποδοσφαίρου, που εκτείνεται και εκτός. Ο λόγος, για τη διασύνδεση του ποδοσφαίρου με το πολιτικό σύστημα. Σ’ ένα σύστημα όπου για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής πρέπει να κάνει κουμπαριές, να κόβει βασιλόπιτες, να χτυπά φιλικά πλάτες ανθρώπων που δεν γνωρίζει, να διορίζει ή να υπόσχεται διορισμούς, να υβρίζει δημόσια τους αντιπάλους και να χασκογελά μαζί τους στην ιδιωτική ζωή, ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα δεν θα μπορούσε να μη συνδέεται, δεν εννοώ οικονομικά, με τον χώρο του ποδοσφαίρου. Ας μην ξεχνάμε πως, για την τοπική ομάδα τους, βουλευτές άλλοτε εισβάλλουν στα γήπεδα, άλλοτε απειλούν να παραιτηθούν και άλλοτε συντάσσονται με τον «δίκαιο» και βίαιο αγώνα των οπαδών. Τα θλιβερά γεγονότα του οπαδικού φανατισμού ξεφεύγουν από τις ιδιοτέλειες των παραγόντων και τις ανεπάρκειες των ανθρώπων που διοικούν τον ελληνικό αθλητισμό και συνδέονται με τον τρόπο που στη χώρα μας παράγεται πολιτική. Αλλωστε και οι πλούσιοι πρόεδροι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, γιατί επιζητούν μαζική κοινωνική αποδοχή.
Το ποδόσφαιρο, δηλαδή, είναι και χώρος όπου θηρεύει η πολιτική. Γι’ αυτό και οι εκ των υστέρων ηθικολογίες, οι καταδίκες ομάδων αντί για τους παράγοντες των ομάδων, η γενικευμένη απαξίωση αυτού του υπέροχου αθλήματος (ενός ομαδικού αθλήματος που συνδυάζει την τετράγωνη λογική, τη συνεχή συνεργασία και το διάχυτο πάθος, αλλά και την αναγκαία απόλαυση για τους θεατές – βλέπε Μπαρτσελόνα) δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να συνεχίζουν να αναπαράγουν τα φαινόμενα που υποτίθεται καταδικάζουν: τη βία και τη διαφθορά.
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, αναπληρωτής επιστηµονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ Ανδρέας Παπανδρέου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>